Δευτέρα 25 Απριλίου 2011
Οι άντρες της ζωής μας (είναι σαν δωμάτια)
Το πιο δύσκολο πράμα, παίδες μου αγαπημένοι, είναι να εξηγήσεις σε κάποιον πώς να κάνει σεξ. Με τις καλύτερες προθέσεις να το ξεκινήσεις, το μάθημα στο τέλος στραβώνει. Διότι ναι μεν ο ορισμός του απλού σεξ είναι σχετικά απλός (βάζεις αυτό που προεξέχει σ΄αυτήν την υποδοχή, να εδώ ρε Μήτσο, που κοιτάς παιδί μου, εδώ λέμε, μετά αρχίζεις τα μπρος πίσω, μπρος πίσω και μετά τελειώνεις- κυριολεκτικά και σπανίως μεταφορικά!)
Το πράγμα ζορίζει πολύ όμως όταν φτάσουμε στον ορισμό του καλού σεξ (άστο δεν το χεις Μήτσο…). Κι ο Χιού Χέφνερ να είναι ο εισηγητής, σου λέει, πάλι στραβώνει το μάθημα (ειδικά στην περίπτωση του μάλιστα δεν στραβώνει μόνο το μάθημα αλλά και το πουλί του λόγω γήρατος). Το είδατε και στο σχολείο όταν προσπαθούσαν να μας εισαγάγουν στην έννοια πως το τρίβουν το πιπέρι του διαόλου οι καλογέροι. Πρώτα απ’ όλα για αδιευκρίνιστους λόγους το σεξ στο σχολείο πήγαινε πάντα πακέτο με την αναπαραγωγή λες και είμαστε πανίδα του βουνού και του λόγγου. «Μα κυρία καθηγήτρια», είπε θυμάμαι η φίλη μου η Σούζυ (τσούζει), « κορίτσι είμαι, δεν είμαι κατσίκα να με πηγαίνουν στον τράγο για να κάνω κατσικάκια κάθε Μάρτιο». Έβηξε η κυρία καθηγήτρια. Ξανάβηξε η κυρία καθηγήτρια. «Ε, τι κατσικάκια, τι παιδάκια παιδί μου», ψέλλισε τελικά. «Το θέμα είναι να προσέχεις να μην τα κάνεις». «Και τότε τι θα ψήσουμε το Πάσχα κυρία;» πέταξε ο Θανάσης- the fat -Παναγιωτίδης ενώ άρχισαν να κάνουν όλοι ΜΠΕΕΕΕΕ και διαλύθηκε το μάθημα. Στη συνέχεια ο Θανάσης μας κάλεσε σπίτι του που ο μπαμπάς του είχε ακλείδωτο το πορνοκάναλο να ξεστραβωθούμε μέσω της μεγάλης επιτυχίας «από μπροστα παρθένα, από πίσω μπαίνουν τρένα» (από τότε μας έμεινε ένα κουσούρι και ερευνούμε για σκάνδαλα στον ΟΣΕ…)
Ο Σάκης απ΄την άλλη είναι ξαδερφάκι μου και τον λατρεύω όπως ξέρουν και οι πέτρες. Μ΄αρέσει ο τρόπος που τρώει τα πιτόγυρα (τρία τρία με διπλή πίττα), ο τρόπος που κοιτάει την Δέσποινα Μοιραράκη όταν πέσει πάνω της στο ζάπιγκ (όπως ο μικρασιάτης πρόσφυγας την Σμύρνη), ο τρόπος που αντιμετωπίζει τη ζωή (σαν να είναι αλλουνού και τη δανείστηκε να κάνει τη δουλειά του), το τελεμάρκετιγκ (σαν το σπίτι των πεθερικών του γιατί εκεί ζει η πρώτη του αγάπη και παντοτινή κουβερτούλα ΣΝΑΓΚΙ). Ο Σάκης είναι αυτό που λέμε αγαπημένη προσωπικότητα. Στις αγαπημένες προσωπικότητες δεν κάνουμε μαθήματα. Θαυμάζουμε και σκάζουμε. Έλα όμως που εδώ το μάθημα το ζητάει ο ίδιος ο πελάτης. Τεσπά εγώ ως ξαδέρφη το καθήκον μου το έκανα. Άρχισα από τα βασικά.
- Σάκη αγάπη, του είπα, η γκόμενα είναι σαν ένα φυτό.
- Α ωραία, μου είπε, πες το μου με παραδείγματα σε παρακαλώ γιατί τη θεωρία δεν την πιάνω εύκολα.
Εγώ συνέχισα αν και ήξερα πως ούτε τα παραδείγματα τα πιάνει εύκολα. (Μόνο το τηλεκοντρόλ πιάνει εύκολα…)
-Λοιπόν πρέπει να βλέπεις την εκάστοτε γκόμενα που θα έχεις στη ζωή σου (μη γελάτε παίδες: αρχή της διδασκαλίας είναι να εμψυχώνεις τον μαθητή. Τι να του πω; Ότι αν την κάνει το Μαράκι θα ξαναδεί γκόμενα όταν αποπληρωθεί το χρέος της Ελλάδας;) σαν ένα φυτό. Υπάρχουν γκόμενες ορχιδέες…
-Οπα. Μισό. Τι θα πει αυτό;
-Σπάνιες ρε παιδί μου. Δυσεύρετες. Υπερτζίνιους. Καραγκόμενες. Out of your league.
-Αααα, σαν το Μαράκι δηλαδή…
Αποφάσισα να συνεχίσω για να μη διευκρινίσω. Μερικές φορές ο Σάκης παθαίνει illumination και καταλαβαίνει από μόνος του τα πιο δύσκολα πράγματα.
-Σάκη μωρό μου, ορχιδέες είναι οι γκόμενες που τις κοιτάς δίπλα σου και λες τώρα αυτή στραβή είναι ή πλάκα με κάνει;
-Το Μαράκι δηλαδή…… (σιωπή. Έντρομο βλέμμα) Ρε ξαδέρφη λες να μου κάνει πλάκα;
Όπως καταλάβατε, παίδες μου αγαπημένοι, δεν ήταν από κείνες τις (ελάχιστες) φορές που ο ξάδερφος Σάκης παθαίνει illumination. Αντίθετα ήταν μία από τις (πάμπολλες) φορές που καταλαβαίνεις γιατί όλη η οικογένεια τον έλεγε μαλάκα.
-Άσε λίγο στην πάντα το Μαράκι και συγκεντρώσου αγάπη μου. Δεν έχω χρόνο.
-Πώς να συγκεντρωθώ ρε ξαδέρφη. Αγχώθηκα τώρα. Λες να μου κάνει πλάκα;
Το μικρό, γλυκό μου, αφάσιο ξαδερφάκι είχε μεταμορφωθεί σε δευτερόλεπτα παίδες. Ήταν κόκκινος μέχρι τα αυτιά, ξυνόταν παντού σαν ψωριάρης και βημάτιζε πάνω κάτω σαν να γεννούσε η γυναίκα του πεντάδυμα στο μαιευτήριο. Οπότε πάρτο αλλιώς koritsi…
-Δε σου κάνει πλάκα ρε μαλάκα. Το αντίθετο. Έχει πάθει πλάκα μαζί σου.
-Γιατί όμως; Τι έχω;
Όχι ρε πούστη. Τώρα βρέθηκε να πάθει την illumination ο μαλάκας; Στο πιο ακατάλληλο σημείο; Έγινε ράκος λόγω αμφιβολιών. Οπότε κατέφυγα στο γνωστό όπλο των γυναικών. Τη μούφα επιβεβαίωση.
-Γιατί είσαι ο θεός του σεξ αγάπη μου. Γιατί άλλο;
Εδώ είναι αλήθεια μπερδεύτηκε. Αλλά για λίγο.
-μα εσύ δεν μου είπες πως μου λέει ψέματα; Πως είναι μούφα οι 5 οργασμοί;
-βεβαίως είναι μούφα οι 5 οργασμοί αγάπη μου. Είναι μούφα γιατί είχε 7 οργασμούς. Σου απέκρυψε τους 2!
-Ναι ε; γιατί;
Έλα μου ντε. Άγιε μου Φανούριε φανέρωσέ μου μια αποτελεσματική παπαριά για να τη χάψει εύκολα. Μετά όμως σταμάτησα την επίκληση στον Άγιο. Θυμήθηκα ότι τα αγόρια δεν χρειάζονται αποτελεσματικές παπαριές όταν μιλάμε για τις επιδόσεις τους στο κρεβάτι. Τις χάβουν όλες.
-Γιατί φοβάται μήπως πάρουν τα μυαλά σου αέρα ότι είσαι και καλά sex machine και αρχίζεις να κοιτάς άλλες βρε κουτό.
-Λες ε; (ξύνει λίγο την αγουροξυπνημένη κεφάλα και το βλέπω εγώ στο μάτι του ότι αίφνης αρχίζει να οραματίζεται στρατιές λυσσασμένων ανοργασμικών που στήνονται έξω από τη μεζονέτα περιμένοντας να τραγουδήσουν χορωδιακά «γλυκό μυστικό της ζωής επιτέλους σε βρίσκω» μαζί με τον ξάδερφο) Η αλήθεια είναι ρε ξαδέρφη πως με κοιτάνε οι γκόμενες. Γουστάρουν.
Σ΄αυτό το σημείο παίδες σηκώθηκα, πήρα το μπουφάν και την έκανα. Διότι ναι μεν σήκωσα το ηθικό του ξαδέρφου αλλά έριξα το δικό μου. Μετάνιωσα την ώρα και τι στιγμή που μ΄ έπιασε το ψυχοπονιάρικο και συνέχισα τη μούφα του Μαρακίου.
Έβγαλα το κινητό και έκανα μια κλήση στο Μαράκι. Το σήκωσε αμέσως. Μπήκα στο ψαχνό αμέσως.
-Ρε Μαράκι λύσε μου μια απορία, είπα. Γιατί είπες του Σάκη ότι είχες 5 οργασμούς προχτές; Είχες πιεί τον κώλο σου; Είχες κάνει κανα μπάφο; Σε έχουνε τάξει στην παναγιά Τήνο να είσαι γλυκομίλητη κάθε άνοιξη; Και μην ανησυχείς. Μίλα ελεύθερα. Είμαι οικογενειακός τάφος.
-Για να μ΄ αφήσει ήσυχη του το πα ρε κοπελιά. Γκάπα γκούπα κάθε βράδυ βαρέθηκα. Άμα ήθελα να πηδηχτώ θα πήγαινα στον Μπάμπη δεν θα το πάλευα με τον άσχετο.
-ε; έκανα. Το Μαράκι ήταν έτη φωτός μακριά παίδες. (Επίσης μου υπενθύμισε τη σοφή θιβετιανή παροιμία ‘μη ρωτάς γιατί μπορεί και να σου απαντήσουν!’)
-Τι ε κοπελιά; Διαμερισματοποίηση. Ο Μπάμπης είναι για το κρεβάτι. Στο σαλόνι δεν κάνει. Ο Σάκης είναι για το σαλόνι. Στο κρεβάτι δεν κάνει.
-Μην ξεχάσεις τη κουζίνα, είπα έκθαμβη για το ρεαλισμό που βοηθάει τα ανθρώπινα πουφ να επιβιώνουν.
-Για την κουζίνα έχω τον Μητσάκο. Τον καημένο τον κόψανε στο Μαστερ σεφ όμως και είναι λίγο πεσμένος τώρα…
Έκλεισα το τηλέφωνο αφού την ευχαρίστησα γι αυτό το πολύτιμο μάθημα ζωής. Ήταν η ώρα του δικού μου illumination παίδες. Ήταν η ώρα να καταλάβω επιτέλους γιατί οι γκόμενες τρελαίνουν τα αγόρια στη μούφα. Γιατί δεν κάνουν για πολλές δουλειές όπως εμείς. Ή στο κρεβάτι θα ναι καλοί, ή στο μπλα μπλά, ή διασκέδαση ή στη μπίζνα. Ή για την κρεβατοκάμαρα ή για το γραφείο ή για το λίβιγκ ρουμ ή για την κουζίνα. Αποφασίστε ποιο δωμάτιο είναι πιο σημαντικό και βουρ.
ΥΓ προκύπτει βέβαια ένα προβληματάκι: Εγώ πώς να το χειριστώ παίδες που ζω σε γκαρσονιέρα;;;
Από το κορίτσι του διπλανού portal
Το πράγμα ζορίζει πολύ όμως όταν φτάσουμε στον ορισμό του καλού σεξ (άστο δεν το χεις Μήτσο…). Κι ο Χιού Χέφνερ να είναι ο εισηγητής, σου λέει, πάλι στραβώνει το μάθημα (ειδικά στην περίπτωση του μάλιστα δεν στραβώνει μόνο το μάθημα αλλά και το πουλί του λόγω γήρατος). Το είδατε και στο σχολείο όταν προσπαθούσαν να μας εισαγάγουν στην έννοια πως το τρίβουν το πιπέρι του διαόλου οι καλογέροι. Πρώτα απ’ όλα για αδιευκρίνιστους λόγους το σεξ στο σχολείο πήγαινε πάντα πακέτο με την αναπαραγωγή λες και είμαστε πανίδα του βουνού και του λόγγου. «Μα κυρία καθηγήτρια», είπε θυμάμαι η φίλη μου η Σούζυ (τσούζει), « κορίτσι είμαι, δεν είμαι κατσίκα να με πηγαίνουν στον τράγο για να κάνω κατσικάκια κάθε Μάρτιο». Έβηξε η κυρία καθηγήτρια. Ξανάβηξε η κυρία καθηγήτρια. «Ε, τι κατσικάκια, τι παιδάκια παιδί μου», ψέλλισε τελικά. «Το θέμα είναι να προσέχεις να μην τα κάνεις». «Και τότε τι θα ψήσουμε το Πάσχα κυρία;» πέταξε ο Θανάσης- the fat -Παναγιωτίδης ενώ άρχισαν να κάνουν όλοι ΜΠΕΕΕΕΕ και διαλύθηκε το μάθημα. Στη συνέχεια ο Θανάσης μας κάλεσε σπίτι του που ο μπαμπάς του είχε ακλείδωτο το πορνοκάναλο να ξεστραβωθούμε μέσω της μεγάλης επιτυχίας «από μπροστα παρθένα, από πίσω μπαίνουν τρένα» (από τότε μας έμεινε ένα κουσούρι και ερευνούμε για σκάνδαλα στον ΟΣΕ…)
Ο Σάκης απ΄την άλλη είναι ξαδερφάκι μου και τον λατρεύω όπως ξέρουν και οι πέτρες. Μ΄αρέσει ο τρόπος που τρώει τα πιτόγυρα (τρία τρία με διπλή πίττα), ο τρόπος που κοιτάει την Δέσποινα Μοιραράκη όταν πέσει πάνω της στο ζάπιγκ (όπως ο μικρασιάτης πρόσφυγας την Σμύρνη), ο τρόπος που αντιμετωπίζει τη ζωή (σαν να είναι αλλουνού και τη δανείστηκε να κάνει τη δουλειά του), το τελεμάρκετιγκ (σαν το σπίτι των πεθερικών του γιατί εκεί ζει η πρώτη του αγάπη και παντοτινή κουβερτούλα ΣΝΑΓΚΙ). Ο Σάκης είναι αυτό που λέμε αγαπημένη προσωπικότητα. Στις αγαπημένες προσωπικότητες δεν κάνουμε μαθήματα. Θαυμάζουμε και σκάζουμε. Έλα όμως που εδώ το μάθημα το ζητάει ο ίδιος ο πελάτης. Τεσπά εγώ ως ξαδέρφη το καθήκον μου το έκανα. Άρχισα από τα βασικά.
- Σάκη αγάπη, του είπα, η γκόμενα είναι σαν ένα φυτό.
- Α ωραία, μου είπε, πες το μου με παραδείγματα σε παρακαλώ γιατί τη θεωρία δεν την πιάνω εύκολα.
Εγώ συνέχισα αν και ήξερα πως ούτε τα παραδείγματα τα πιάνει εύκολα. (Μόνο το τηλεκοντρόλ πιάνει εύκολα…)
-Λοιπόν πρέπει να βλέπεις την εκάστοτε γκόμενα που θα έχεις στη ζωή σου (μη γελάτε παίδες: αρχή της διδασκαλίας είναι να εμψυχώνεις τον μαθητή. Τι να του πω; Ότι αν την κάνει το Μαράκι θα ξαναδεί γκόμενα όταν αποπληρωθεί το χρέος της Ελλάδας;) σαν ένα φυτό. Υπάρχουν γκόμενες ορχιδέες…
-Οπα. Μισό. Τι θα πει αυτό;
-Σπάνιες ρε παιδί μου. Δυσεύρετες. Υπερτζίνιους. Καραγκόμενες. Out of your league.
-Αααα, σαν το Μαράκι δηλαδή…
Αποφάσισα να συνεχίσω για να μη διευκρινίσω. Μερικές φορές ο Σάκης παθαίνει illumination και καταλαβαίνει από μόνος του τα πιο δύσκολα πράγματα.
-Σάκη μωρό μου, ορχιδέες είναι οι γκόμενες που τις κοιτάς δίπλα σου και λες τώρα αυτή στραβή είναι ή πλάκα με κάνει;
-Το Μαράκι δηλαδή…… (σιωπή. Έντρομο βλέμμα) Ρε ξαδέρφη λες να μου κάνει πλάκα;
Όπως καταλάβατε, παίδες μου αγαπημένοι, δεν ήταν από κείνες τις (ελάχιστες) φορές που ο ξάδερφος Σάκης παθαίνει illumination. Αντίθετα ήταν μία από τις (πάμπολλες) φορές που καταλαβαίνεις γιατί όλη η οικογένεια τον έλεγε μαλάκα.
-Άσε λίγο στην πάντα το Μαράκι και συγκεντρώσου αγάπη μου. Δεν έχω χρόνο.
-Πώς να συγκεντρωθώ ρε ξαδέρφη. Αγχώθηκα τώρα. Λες να μου κάνει πλάκα;
Το μικρό, γλυκό μου, αφάσιο ξαδερφάκι είχε μεταμορφωθεί σε δευτερόλεπτα παίδες. Ήταν κόκκινος μέχρι τα αυτιά, ξυνόταν παντού σαν ψωριάρης και βημάτιζε πάνω κάτω σαν να γεννούσε η γυναίκα του πεντάδυμα στο μαιευτήριο. Οπότε πάρτο αλλιώς koritsi…
-Δε σου κάνει πλάκα ρε μαλάκα. Το αντίθετο. Έχει πάθει πλάκα μαζί σου.
-Γιατί όμως; Τι έχω;
Όχι ρε πούστη. Τώρα βρέθηκε να πάθει την illumination ο μαλάκας; Στο πιο ακατάλληλο σημείο; Έγινε ράκος λόγω αμφιβολιών. Οπότε κατέφυγα στο γνωστό όπλο των γυναικών. Τη μούφα επιβεβαίωση.
-Γιατί είσαι ο θεός του σεξ αγάπη μου. Γιατί άλλο;
Εδώ είναι αλήθεια μπερδεύτηκε. Αλλά για λίγο.
-μα εσύ δεν μου είπες πως μου λέει ψέματα; Πως είναι μούφα οι 5 οργασμοί;
-βεβαίως είναι μούφα οι 5 οργασμοί αγάπη μου. Είναι μούφα γιατί είχε 7 οργασμούς. Σου απέκρυψε τους 2!
-Ναι ε; γιατί;
Έλα μου ντε. Άγιε μου Φανούριε φανέρωσέ μου μια αποτελεσματική παπαριά για να τη χάψει εύκολα. Μετά όμως σταμάτησα την επίκληση στον Άγιο. Θυμήθηκα ότι τα αγόρια δεν χρειάζονται αποτελεσματικές παπαριές όταν μιλάμε για τις επιδόσεις τους στο κρεβάτι. Τις χάβουν όλες.
-Γιατί φοβάται μήπως πάρουν τα μυαλά σου αέρα ότι είσαι και καλά sex machine και αρχίζεις να κοιτάς άλλες βρε κουτό.
-Λες ε; (ξύνει λίγο την αγουροξυπνημένη κεφάλα και το βλέπω εγώ στο μάτι του ότι αίφνης αρχίζει να οραματίζεται στρατιές λυσσασμένων ανοργασμικών που στήνονται έξω από τη μεζονέτα περιμένοντας να τραγουδήσουν χορωδιακά «γλυκό μυστικό της ζωής επιτέλους σε βρίσκω» μαζί με τον ξάδερφο) Η αλήθεια είναι ρε ξαδέρφη πως με κοιτάνε οι γκόμενες. Γουστάρουν.
Σ΄αυτό το σημείο παίδες σηκώθηκα, πήρα το μπουφάν και την έκανα. Διότι ναι μεν σήκωσα το ηθικό του ξαδέρφου αλλά έριξα το δικό μου. Μετάνιωσα την ώρα και τι στιγμή που μ΄ έπιασε το ψυχοπονιάρικο και συνέχισα τη μούφα του Μαρακίου.
Έβγαλα το κινητό και έκανα μια κλήση στο Μαράκι. Το σήκωσε αμέσως. Μπήκα στο ψαχνό αμέσως.
-Ρε Μαράκι λύσε μου μια απορία, είπα. Γιατί είπες του Σάκη ότι είχες 5 οργασμούς προχτές; Είχες πιεί τον κώλο σου; Είχες κάνει κανα μπάφο; Σε έχουνε τάξει στην παναγιά Τήνο να είσαι γλυκομίλητη κάθε άνοιξη; Και μην ανησυχείς. Μίλα ελεύθερα. Είμαι οικογενειακός τάφος.
-Για να μ΄ αφήσει ήσυχη του το πα ρε κοπελιά. Γκάπα γκούπα κάθε βράδυ βαρέθηκα. Άμα ήθελα να πηδηχτώ θα πήγαινα στον Μπάμπη δεν θα το πάλευα με τον άσχετο.
-ε; έκανα. Το Μαράκι ήταν έτη φωτός μακριά παίδες. (Επίσης μου υπενθύμισε τη σοφή θιβετιανή παροιμία ‘μη ρωτάς γιατί μπορεί και να σου απαντήσουν!’)
-Τι ε κοπελιά; Διαμερισματοποίηση. Ο Μπάμπης είναι για το κρεβάτι. Στο σαλόνι δεν κάνει. Ο Σάκης είναι για το σαλόνι. Στο κρεβάτι δεν κάνει.
-Μην ξεχάσεις τη κουζίνα, είπα έκθαμβη για το ρεαλισμό που βοηθάει τα ανθρώπινα πουφ να επιβιώνουν.
-Για την κουζίνα έχω τον Μητσάκο. Τον καημένο τον κόψανε στο Μαστερ σεφ όμως και είναι λίγο πεσμένος τώρα…
Έκλεισα το τηλέφωνο αφού την ευχαρίστησα γι αυτό το πολύτιμο μάθημα ζωής. Ήταν η ώρα του δικού μου illumination παίδες. Ήταν η ώρα να καταλάβω επιτέλους γιατί οι γκόμενες τρελαίνουν τα αγόρια στη μούφα. Γιατί δεν κάνουν για πολλές δουλειές όπως εμείς. Ή στο κρεβάτι θα ναι καλοί, ή στο μπλα μπλά, ή διασκέδαση ή στη μπίζνα. Ή για την κρεβατοκάμαρα ή για το γραφείο ή για το λίβιγκ ρουμ ή για την κουζίνα. Αποφασίστε ποιο δωμάτιο είναι πιο σημαντικό και βουρ.
ΥΓ προκύπτει βέβαια ένα προβληματάκι: Εγώ πώς να το χειριστώ παίδες που ζω σε γκαρσονιέρα;;;
Από το κορίτσι του διπλανού portal
Κυριακή 24 Απριλίου 2011
Η γενοκτονία των Αρμενίων
«“Δεν είχε ακόμα χαράξει”, έλεγε ο πατέρας μου, “όταν όλο το χωριό ξεκίνησε με θρήνους συνοδεία μερικών ζαπτιέδων (Tούρκων χωροφυλάκων) παίρνοντας τον δρόμο της εξορίας, με πολύ λίγα από τα υπάρχοντά τους, αφού τα πάντα έπρεπε να τα εγκαταλείψουν, γυναίκες, παιδιά και γέροι.
Oι άνδρες είχαν συλληφθεί τις προηγούμενες μέρες και είχαν οδηγηθεί μακριά από το χωριό, στη γειτονική Kαισάρεια. Ύστερα από πορεία μερικών ωρών φτάσαμε στην Kαισάρεια και εκεί που πλησιάζαμε στην πλατεία της πόλης, από την κεφαλή της πορείας άρχισε ένας σπαρακτικός θρήνος που σε λίγο έφτασε και σε μας και μας κάλυψε. Aντικρύσαμε ένα φοβερό θέαμα. H πλατεία είχε μετατραπεί σε ένα δάσος με αγχόνες με τα άψυχα σώματα των αγαπημένων μας να κρέμονται.
O θρήνος ξέσκιζε τον ουρανό, γυναίκες σφιχταγκαλιάζαν τα μικρά τους και περνούσαν μπροστά από τις κρεμάλες χωρίς να τους επιτρέπεται να σταματήσουν έστω και λίγο. Άλλες έπεφταν λιπόθυμες, κλαίγοντας σπαρακτικά τραβώντας τα μαλλιά τους. Oι ζαπτιέδες τις χτυπούσαν βάναυσα υποχρεώνοντάς τις να προχωρήσουν. Aδιάφορο για τον θρήνο των γυναικών, ένα χαμίνι, τουρκόπαιδο, ξυπόλυτο, τριγυρνούσε μέσα στις αγχόνες, καγχάζοντας και τραβώντας από τα πόδια τα σώματα των κρεμασμένων, τα έφτυνε, τα κουνούσε πέρα δώθε, και φώναζε χλευαστικά “Που είναι η Aρμενία σας;”. Kαι φυσούσε το πρωινό αεράκι κάνοντας τα άψυχα αθώα σώματα να αιωρούνται μέσα σε μια μακάβρια μελωδία που δημιουργούσαν οι τριγμοί από τα σχοινιά και τις αγχόνες».
Kαραμπέτ Kαλφαγιάν (Αρμένιος ιστορικός συγγραφέας)
«Σχεδόν σε όλες τις περιπτώσεις, η διαδικασία ήταν η ίδια. Έπαιρναν από διάφορα σημεία ομάδες των 50 ή των 100 ανδρών, που ήταν δεμένοι ανά τετράδες και τους οδηγούσαν σε ένα απομονωμένο σημείο, σε μικρή απόσταση από το χωριό. Ξαφνικά ακουγόταν ο ήχος από ντουφεκιές και οι Τούρκοι στρατιώτες που τους είχαν συνοδεύσει επέστρεφαν κατηφείς στο στρατόπεδο. Όσοι στέλνονταν να θάψουν τα πτώματα, τα έβρισκαν σχεδόν πάντοτε τελείως γυμνά, διότι ως συνήθως οι Τούρκοι τούς είχαν κλέψει όλα τους τα ρούχα. Σε περιπτώσεις που υπέπεσαν στην αντίληψή μου, οι δολοφόνοι είχαν εκλεπτύνει το μαρτύριο των θυμάτων τους εξαναγκάζοντάς τα να ανοίξουν τους τάφους τους προτού τα πυροβολήσουν…».
Χένρι Μόργκενταου (Αμερικανός πρέσβης στην Οθωμανική Αυτοκρατορία)
Χένρι Μόργκενταου (Αμερικανός πρέσβης στην Οθωμανική Αυτοκρατορία)
Η γενοκτονία των Αρμενίων, αποτελεί ένα από τα μεγαλύτερα εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας στην νεότερη ιστορία.
Οι διώξεις που είχαν αρχίσει από τα μέσα της δεκαετίας του 1890, επί σουλτάνου Αμπντούλ Χαμίτ, έφτασαν στο αποκορύφωμα το 1915, όταν οι Νεότουρκοι αποφάσισαν να κάνουν πράξη την επιχείριση «καθαρή» Τουρκία (τότε Οθωμανική Αυτοκρατορία).
Όπως και οι Πόντιοι (και γενικότερα οι Έλληνες της Μικράς Ασίας), ή οι Ασσύριοι, οι Αρμένιοι δεν εκδιώχθηκαν και σφαγιάστηκαν για κάτι που έκαναν, αλλά γι’ αυτό που ήταν: Αλλοεθνείς και ετερόδοξοι.
Το κίνημα των Νεότουρκων το οποίο είχε αποφασίσει την εκκαθάριση της επικράτειας της Τουρκίας από τα «παρείσακτα» στοιχεία που αλλοίωναν την φυσιογνωμία του εθνικού κράτους που ονειρεύονταν να εγκαθιδρύσουν, με πρόσχημα την στρατιωτική ασφάλεια της χώρας, αλλά και την κατηγορία της συνεργασίας των Αρμενίων με τους Ρώσους, αποφάσισαν τον βίαιο εκτοπισμό τους και την μεταφορά τους στις ερήμους της Συρίας.
Το σύνθημα δόθηκε σαν σήμερα το 1915 (η 24η Απριλίου είναι η ημέρα μνήμης της γενοκτονίας των Αρμενίων), όταν και απαγχονίστηκαν δημοσίως, φυλακίστηκαν ή εκδιώχθηκαν από την Κωνσταντινούπολη εκατοντάδες επιφανή πρόσωπα της αρμενικής κοινότητας. Οι εκκλήσεις βοήθειας προς τις μεγάλες δυνάμεις της Δύσης δεν εισακούστηκαν, καθώς τα οικονομικά συμφέροντα ήταν τέτοια που δεν επέτρεπαν την πολυτέλεια του ανθρωπισμού. Έτσι, ξεκίνησε η συστηματική εξόντωση των Αρμενίων, με την κρατική κάλυψη και την πολύτιμη βοήθεια του τουρκικού όχλου, των ατάκτων και τρόφιμων των φυλακών που αποφυλακίστηκαν ειδικά γι’ αυτόν τον σκοπό.
Κατά την διάρκεια της εξαντλητικής πορείας αυτών των ταγμάτων θανάτου, χιλιάδες Αρμένιοι (τους οποίους οι Τούρκοι είχαν ήδη καταληστεύσει) υπέκυψαν στις κακουχίες, την πείνα και την δίψα, ενώ εκατοντάδες χιλιάδες εκτελέστηκαν με συνοπτικές διαδικασίες. Μέσα σε δύο περίπου χρόνια, το αρμενικό ζήτημα είχε «λυθεί». Όσοι επέζησαν, διασκορπίστηκαν στην συνέχεια σε διάφορες χώρες του κόσμου.
Τα συνολικά θύματα, σύμφωνα με αρμενικές και δυτικές πηγές, υπολογίζονται σε περίπου 1.500.000. Οι Τούρκοι κατεβάζουν τον αριθμό στο μισό. Φυσικά δεν δέχονται ότι διεπράχθη γενοκτονία, αλλά απλά εκτοπισμός στα πλαίσια ενός «εμφυλίου» πολέμου…
Από πάρε δώσε Οβελίας, αρνάκι, τσουρέκι και άλλες πασχαλιάτικες λέξεις
Μέρα που είναι, ταιριάζει να λεξιλογήσω σχετικά με την ημερολογιακή επικαιρότητα, παναπεί να εξετάσουμε εδώ τις λέξεις του Πάσχα.
Και πρώτα-πρώτα το ίδιο το Πάσχα, που είναι λέξη άκλιτη, δάνειο από το αραμαϊκό pasha και αυτό από το εβραϊκό pesah (πέσαχ είναι το σημερινό εβραϊκό Πάσχα), από τον αόριστο ενός ρήματος που σημαίνει «αυτός προσπέρασε». Και το «προσπέρασε» μας πηγαίνει στην Παλαιά Διαθήκη, στην Έξοδο, όπου στη δέκατη πληγή του Φαραώ ο άγγελος Κυρίου θανάτωσε τους πρωτότοκους γιους των Αιγυπτίων· πέρασε γραμμή τα σπίτια και έσπειρε τον όλεθρο, είχε όμως προηγουμένως ειδοποιήσει τους Εβραίους, να σφάξουν ένα αρνάκι και να βάψουν την πόρτα του σπιτιού τους για να τα προσπεράσει. Ή, όπως το λέει στην Έξοδο: και παρελεύσεται κύριος πατάξαι τους Αιγυπτίους και όψεται το αίμα επὶ της φλιάς και επ’ αμφοτέρων των σταθμών͵ και παρελεύσεται κύριος την θύραν και ουκ αφήσει τον ολεθρεύοντα εισελθείν εις τας οικίας υμών πατάξαι. Άγρια πράγματα τα παλαιοδιαθηκικά, αλλά από εκεί θαρρώ προήλθε το αρνάκι που σουβλίζουμε –βέβαια με νέα σηματοδότηση μετά τη σταύρωση του Χριστού που ήταν ο αμνός ο αίρων την αμαρτίαν του κόσμου.
Το Πάσχα το λέμε και Λαμπρή, μια και είναι η μεγαλύτερη γιορτή, και παρόμοια ονομασία υπάρχει στα βουλγάρικα, όπου επισήμως το Πάσχα λέγεται βελικντέν, δηλαδή «μεγάλη μέρα», ενώ στους δυτικούς σλάβους λέγεται συχνά «μεγάλη νύχτα» (π.χ. Wielkanoc στα πολωνικά και αναλόγως στα σλοβένικα ή στα τσέχικα). Στις περισσότερες άλλες ευρωπαϊκές γλώσσες η ονομασία προήλθε από το ελληνικό, συνήθως μέσω λατινικών, αν και στα αγγλικά έχουμε easter, που προέρχεται από μια παγανιστική γιορτή προς τιμήν μιας τευτονικής θεάς της άνοιξης και του φωτός, της ανατολής του ήλιου (άλλωστε east είναι η ανατολή). Κάτι ανάλογο ισχύει και στα γερμανικά (Ostern).
Πέρσι είχαμε το νωρίτερο Πάσχα που μπορεί να υπάρξει ποτέ, ενώ τόσο πέρυσι όσο και φέτος το ορθόδοξο Πάσχα σύμπεσε με το καθολικό. Επόμενες συμπτώσεις θα έχουμε το 2014 και το 2017. Οι πιθανές ημερομηνίες του ορθόδοξου Πάσχα πηγαίνουν από 4 Απριλίου έως 8 Μαΐου. Δεν έχω χώρο να αναπτύξω τον τρόπο υπολογισμού, που άλλωστε είναι μάλλον περίπλοκος και γι’ αυτό η εκκλησία κάθε χρόνο βγάζει το πασχάλιον του σωτηρίου έτους τάδε, το οποίο αναφέρει όλες τις κινητές γιορτές –και από εκεί βγήκε και η φράση «έχασε τα πασχάλια του» που τη λέμε όταν κάποιος έχει περιέλθει σε πλήρη σύγχυση. Και επειδή το Πάσχα έχει συνδεθεί αξεχώριστα με τα κόκκινα αυγά, η παροιμιακή αυτή φράση συμφύρθηκε με την άλλη που λέει «έχασε τ’ αυγά και τα καλάθια», για όποιον έχει πάθει μεγάλη ζημιά, κι έγινε «έχασε τ’ αυγά και τα πασχάλια», που εκ πρώτης όψεως είναι «λάθος» αλλά απόλυτα εύλογο.
Πέρα από τα αυγά, το Πάσχα έχουμε και τον οβελία. Οβελίας αρχικά ήταν οτιδήποτε ψήνεται στη σούβλα (ο Αθήναιος στους Δειπνοσοφιστές κάνει λόγο για οβελίαν άρτον, ψωμί στη σούβλα), αλλά έχει επικρατήσει πια να τη λέμε για το αρνάκι. Η λέξη οβελός για τη σούβλα είναι αρχαία, ήδη ομηρική: οι ήρωες του Ομήρου κατ’ επανάληψη παρουσιάζονται να κόβουν κρέατα και να τα περνούν σε οβελούς. Και επειδή κάποτε θα χρησιμοποιήθηκαν μικροί οβελοί από μέταλλο ως μονάδες συναλλαγής, υπήρχε στην Αθήνα το νόμισμα οβολός που ήταν το ένα έκτο της δραχμής. Και με τον εξαίσιο συντηρητισμό της γλώσσας, δυόμιση χιλιάδες χρόνια μετά, κι ας έχει στο μεταξύ καταργηθεί η δραχμή, ακόμα μας ζητούν να συνεισφέρουμε τον οβολό μας (όταν δεν μας τον παίρνουν δηλαδή, με το έτσι θέλω και με φοροεπιδρομές, και όχι μόνο τον οβολό αλλά και το πεντοχίλιαρο).
Η σούβλα ωστόσο είναι δάνειο λατινικό (από το subula), λέξη που εμφανίζεται ήδη από τον 3ο αιώνα μ.Χ. στη γραμματεία σε διάφορες περιγραφές βασανιστηρίων, και που επικρατεί εκτοπίζοντας τον οβελό. Υποκοριστικό της το σουβλάκι, που ήταν στην αρχή το καλαμάκι στο οποίο περνούσαν το κρέας (και δεν θα μπω στη διαμάχη Βορρά-Νότου για το αν είναι «λάθος» να λέμε σουβλάκι το φαγητό με τυλιχτή πίτα και γύρο).
Για το αρνάκι που σουβλίζουμε, τα είπαμε· ετυμολογικά η λέξη είναι αρχαία (αρνίον, ήδη της κλασικής εποχής, υποκοριστικό του αρήν, αρνός = πρόβατο, λέξη που είχε και δίγαμμα μπροστά και που παράγωγά της βρίσκουμε και σε επιγραφές της γραμμικής Β’), όπως τόσες άλλες λέξεις της δημοτικής που η καθαρεύουσα τις περιφρονεί.
Και θα κλείσουμε την περιδιάβαση με τη λαμπροκουλούρα ή το τσουρέκι, που ως λέξη είναι τουρκικό δάνειο (çörek, λέξη που αρχικά σήμαινε το στρογγυλό ψωμί αλλά και άλλα στρογγυλά αντικείμενα). Παρόμοιες λέξεις (και γλυκίσματα) υπάρχουν σε όλη την ανατολική Μεσόγειο, μέχρι τα αρμένικα, όπου το λαμπρόψωμο λέγεται cheoreg και βάζουν μέσα και νόμισμα.
Λέξη πασχαλινή είναι βέβαια και η ανάσταση. Και καθώς η φετινή μεγαλοβδομάδα προμηνύεται να κρατήσει μήνες και χρόνια, η ευχή για καλή ανάσταση πρέπει να συνοδευτεί από την παραίνεση να κάνουμε όλοι μας κάτι γι’ αυτό.
Από την Αυγή (2010)
Σάββατο 23 Απριλίου 2011
Αν ο Χριστός ήταν αναρχικός…
Αν ο Χριστός ήταν αναρχικός…
…στη γέννησή του, οι τρεις μάγοι θα έφερναν μπουκάλια, στουπί και βενζίνη.
…οι 12 “μαθητές” του θα ήταν στην πραγματικότητα κουκουλοφόροι εκπαιδευμένοι να τα σπάνε και να τα καίνε όλα.
…θα έλεγε “ο αναμάρτητος πρώτος τον λίθον βαλέτω”, ώστε να έχει ο ίδιος τη χαρά να πετάξει την πρώτη πέτρα στους μπάτσους της εποχής.
…θα έγραφε σε όλους τους τοίχους της Ναζαρέτ “Λευτεριά στον αναρχικό αγωνιστή Βαραββά”, κάτι για το οποίο αργότερα θα μετάνιωνε.
…θα υποστήριζε με την ίδια θέρμη το “αγαπάτε αλλήλους”, αλλά θα εξαιρούσε τους μπάτσους.
…μπροστά στον Πόντιο Πιλάτο θα εκφωνούσε ένα μανιφέστο, στο οποίο θα κατακεραύνωνε την κρατική εξουσία και τις ρωμαϊκές δυνάμεις καταστολής.
…ο Ιούδας θα τον κάρφωνε στην αστυνομία και θα γινόταν “ρουφιάνος”, “τσιράκι του συστήματος” και “ασφαλίτης”. Δεν θα προλάβαινε να αυτοκτονήσει, γιατί θα τον παίρνανε οι άλλοι μαθητές με τις πέτρες.
…δεν θα άλλαζε καθόλου εμφανισιακά: μαλλιά και μούσια.
…θα ενέπνεε τους μαθητές του με παραβολές, όπως “ο κακός ασφαλίτης”, “η εν πολλαίς αμαρτίαις περιπεσούσα αστυνομία” και “μακάριοι οι πτωχοί τω πνεύματι μπάτσοι, αλλά στον άλλο κόσμο θα φάνε την τσαπού”.
…τα μεγαλύτερα “θαύματά” του θα ήταν ο πολλαπλασιασμός των μολότοφ στην Κανά και η ανάσταση του Λαζάρου, ενός 15χρονου που είχαν σκοτώσει κάτι Ρωμαίοι ειδικοί φρουροί.
…η σταύρωσή του θα αμαυρωνόταν από τα σοβαρά επεισόδια που θα προκαλούσαν οι “γνωστοί-άγνωστοι” σε τράπεζες και καταστήματα γύρω από τον Γολγοθά.
…αντί για σταυρό, θα ζητούσε να κρεμαστεί σε ένα “Α”, με ανοιχτά τα πόδια και τα χέρια, σχηματίζοντας έτσι το σύμβολο της αναρχίας.
…αντί να διώξει τους εμπόρους έξω από το ναό, θα έκανε ντου με τους μαθητές του και θα τους έσπαγαν τις βιτρίνες ή ό,τι είχαν εκείνη την εποχή, τέλος πάντων.
…θα έλεγε: “Όταν σε χτυπάνε στο ένα μάγουλο, γύρνα και ρίχτους μια μολότοφ”.
…πιθανότατα, θα τον αποκλήρωνε ο πατέρας του και θα έβρισκε κάποια άλλη να του κάνει ένα νορμάλ παιδί, για να κληρονομήσει τη βασιλεία του.
…στη γέννησή του, οι τρεις μάγοι θα έφερναν μπουκάλια, στουπί και βενζίνη.
…οι 12 “μαθητές” του θα ήταν στην πραγματικότητα κουκουλοφόροι εκπαιδευμένοι να τα σπάνε και να τα καίνε όλα.
…θα έλεγε “ο αναμάρτητος πρώτος τον λίθον βαλέτω”, ώστε να έχει ο ίδιος τη χαρά να πετάξει την πρώτη πέτρα στους μπάτσους της εποχής.
…θα έγραφε σε όλους τους τοίχους της Ναζαρέτ “Λευτεριά στον αναρχικό αγωνιστή Βαραββά”, κάτι για το οποίο αργότερα θα μετάνιωνε.
…θα υποστήριζε με την ίδια θέρμη το “αγαπάτε αλλήλους”, αλλά θα εξαιρούσε τους μπάτσους.
…μπροστά στον Πόντιο Πιλάτο θα εκφωνούσε ένα μανιφέστο, στο οποίο θα κατακεραύνωνε την κρατική εξουσία και τις ρωμαϊκές δυνάμεις καταστολής.
…ο Ιούδας θα τον κάρφωνε στην αστυνομία και θα γινόταν “ρουφιάνος”, “τσιράκι του συστήματος” και “ασφαλίτης”. Δεν θα προλάβαινε να αυτοκτονήσει, γιατί θα τον παίρνανε οι άλλοι μαθητές με τις πέτρες.
…δεν θα άλλαζε καθόλου εμφανισιακά: μαλλιά και μούσια.
…θα ενέπνεε τους μαθητές του με παραβολές, όπως “ο κακός ασφαλίτης”, “η εν πολλαίς αμαρτίαις περιπεσούσα αστυνομία” και “μακάριοι οι πτωχοί τω πνεύματι μπάτσοι, αλλά στον άλλο κόσμο θα φάνε την τσαπού”.
…τα μεγαλύτερα “θαύματά” του θα ήταν ο πολλαπλασιασμός των μολότοφ στην Κανά και η ανάσταση του Λαζάρου, ενός 15χρονου που είχαν σκοτώσει κάτι Ρωμαίοι ειδικοί φρουροί.
…η σταύρωσή του θα αμαυρωνόταν από τα σοβαρά επεισόδια που θα προκαλούσαν οι “γνωστοί-άγνωστοι” σε τράπεζες και καταστήματα γύρω από τον Γολγοθά.
…αντί για σταυρό, θα ζητούσε να κρεμαστεί σε ένα “Α”, με ανοιχτά τα πόδια και τα χέρια, σχηματίζοντας έτσι το σύμβολο της αναρχίας.
…αντί να διώξει τους εμπόρους έξω από το ναό, θα έκανε ντου με τους μαθητές του και θα τους έσπαγαν τις βιτρίνες ή ό,τι είχαν εκείνη την εποχή, τέλος πάντων.
…θα έλεγε: “Όταν σε χτυπάνε στο ένα μάγουλο, γύρνα και ρίχτους μια μολότοφ”.
…πιθανότατα, θα τον αποκλήρωνε ο πατέρας του και θα έβρισκε κάποια άλλη να του κάνει ένα νορμάλ παιδί, για να κληρονομήσει τη βασιλεία του.
Παρασκευή 22 Απριλίου 2011
Η τάξη που τα έφαγε
Η δημόσια συζήτηση της Ελληνικής κρίσης έχει τεθεί πολλές φορές σε επίπεδο ηθικής, αλλά ελάχιστες σε επίπεδο αριθμών. Έτσι πέρα από τα κλασικά “είμαστε τεμπέληδες” και “μαζί τα φάγαμε” , υπάρχει κι ένα σαφές κάλεσμα σε εθνική επαγρύπνηση. Ο ίδιος ο πρωθυπουργός δεν χάνει καμία ευκαιρία να αναφερθεί σε ιστορικές εθνικές στιγμές, σε εθνικό χρέος κλπ κλπ.
Όπως η αριστερά αρέσκεται να τσουβαλιάζει τον “λαό” σ’ έναν άμορφο ομοιογενές χυλό προκειμένου να κρύψει τις πραγματικές της αδυναμίες αντιπροσώπευσης στην κοινωνία, έτσι και η δεξιά χρησιμοποιεί τον όρο “έθνος” προκειμένου να καλύψει όλη τη βρώμα και τη δυσωδία του κυβερνητικού συστήματος.
Κι αν για την αριστερά, αυτό το τσουβάλιασμα σημαίνει συνήθως χαμένες προσδοκίες και πνιγμένα όνειρα κοινωνικής δικαιοσύνης, για την κοινωνική και οικονομική δεξιά που αντιπροσωπεύεται από το 70% του εκλογικού σώματος, σημαίνει κυριολεκτικά χοντρές κοιλιές, ζεστό χρήμα και συγκάλυψη του ποιος πραγματικά μας οδήγησε στην καταστροφή.
Στον παρακάτω πίνακα βλέπετε σε απόλυτα νούμερα τα έσοδα του ελληνικού δημοσίου από την άμεση φορολογία την τελευταία δεκαετία. Είναι χωρισμένα σε φυσικά πρόσωπα (πολίτες) και σε νομικά πρόσωπα (επιχειρήσεις). Το πρώτο που μπορεί να παρατηρήσει κανείς είναι πως στη δεκαετία της ανάπτυξης, δηλαδή “της μεγάλης και ισχυρής ελλάδας”, οι φόροι των πολιτών διπλασιάστηκαν, τη στιγμή που η φόροι των επιχειρήσεων μειώθηκαν στα 3/5 του 2000. Κι έτσι ενώ το 2000 οι δύο κατηγορίες πλήρωναν σχεδόν ίσα ποσά (5δις προς 5δις), το θρυλικό 2008 η διαφορά έγινε 11δις προς 4δις, διαφορά που διατηρήθηκε και το 2009 παρά τις εξαγγελίες περί έκτακτης εισφοράς και άλλων πατριωτικών δεκάρικων. Με λίγα λόγια οι επιχειρήσεις μέσα στη δεκαετία της ανάπτυξης, πλήρωναν κάθε χρόνο και λιγότερα.
Και προσέξτε με τον όρο επιχειρήσεις, στην ουσία βάζουμε μέσα και τους περισσότερους ελεύθερους επαγγελματίες που βγάζουν παραπάνω από 40-45 χιλιάδες ευρώ το χρόνο. Αυτό συμβαίνει διότι -μετά τον αλογοσκούφη- φορολογικά μιλώντας, συνέφερε περισσότερο να ανοίξεις επιχείρηση, παρά να είσαι ελεύθερος επαγγελματίας αν έβγαζες πάνω από 40-45χιλιάδες ευρώ το χρόνο. Άρα στην ουσία, η φορολογία των πραγματικών επιχειρήσεων είναι ακόμα μικρότερη από τα νούμερα που βλέπουμε.
Ας πάει το παλιάμπελο
Διότι στην ουσία ήθελα να κάνω μια υπόθεση: Τι θα γινόταν εάν οι επιχειρήσεις πλήρωναν κι αυτές εξίσου με τους πολίτες τις χρονιές της ανάπτυξης? Τι θα γινόταν δηλαδή εάν οι επιχειρήσεις έπρατταν το χρέος τους σε μια κοινωνία που τους χάριζε κάθε χρόνο και περισσότερα κέρδη? Προσέξτε, η υπόθεση που κάνουμε συμπεριλαμβάνει όλες τις ελληνικές “ιδιαιτερότητες”, δηλαδή όλα τα παράθυρα νόμιμης και παράνομης φοροδιαφυγής που εφαρμόζουν τα φυσικά πρόσωπα. Διότι τα παράκατω νούμερα μας λένε, πως μπορεί όλοι να τρώγαμε, αλλά κάποια γουρουνάκια σίγουρα έτρωγαν πολύ παραπάνω. Ας δούμε πόσο παραπάνω.
Στη στήλη Δ λοιπόν μάζεψα τη διαφορά μεταξύ των φόρων που πλήρωναν οι πολίτες και των φόρων που πλήρωναν οι επιχειρήσεις. Και βλέπετε πως στο τέλος ο λογαριασμός γράφει σχεδόν 44δις. Μας φτάνουν αυτά? Όχι φυσικά. Διότι για κάθε χρονιά που τα γουρουνάκια επιχειρήσεις απέφευγαν να συνεισφέρουν εξίσου με τους πολίτες, το κράτος έβαζε τη διαφορά από την τσέπη του δανειζόμενο. Στην ουσία επιχορηγούσε τα κέρδη των επιχειρήσεων, κι αυτή η επιχορήγηση έχει κόστος. Το οποίο υπολογίσαμε στην τελευταία στήλη (τόκοι). Οι τόκοι υπολογίστηκαν με βάση τον μέσο όρο των τόκων που πληρώναμε για το χρέος μας την κάθε αντίστοιχη χρονιά. Τετραετή αναχρηματοδότηση, σημαίνει πως το κράτος κάθε 4 χρόνια (κατά μέσο όρο) έπρεπε να ξαναδανειστεί τα χρήματα, σε αυτό που στην αργκό ονομάζεται ρολάρισμα των ομολόγων. Έτσι πχ, τα 378εκ ευρώ του 2000 τα οποία το κράτος δανείστηκε με επιτόκιο 7,4% , αναχρηματοδοτούνταν το 2004 με επιτόκιο 4,8% κ.ο.κ.
Ο λογαρισμός των τόκων που πλήρωσε το κράτος για τη δεκαετία μας βγαίνει 13,5δις ευρώ. Με λίγα λόγια το συνολικό κουστουμάκι που πληρώσαμε ως επιδότηση για τα κέρδη των επιχειρήσεων ήταν χοντρικά περίπου 57,5δις ευρώ μέσα στη δεκαετία. Τι σημαίνουν 57,5 δις?
Το 2009 με την καταστροφική κυβέρνηση της ΝΔ και του καραμανλή να έχει διαλύσει ο,τιδήποτε κινείται σε αυτή τη χώρα, το χρέος της κυβέρνησης είχε φτάσει περίπου στα 300δις ευρώ, δηλαδή πάνω από 120% του ΑΕΠ. Αν οι επιχειρήσεις είχαν κάνει το χρέος τους προς την κοινωνία στην οποία βασίζονται για να τρώνε και πλήρωναν όσους φόρους πλήρωναν και τα φυσικά πρόσωπα, το δημόσιο χρέος θα ήταν 300-57=243δις ευρώ δηλαδή κάτω από 100% του ΑΕΠ. Άρα η χώρα σύμφωνα με την επίσημη αφήγηση θα είχε γλυτώσει τη λαίλαπα των αγορών , το μνημόνιο το ΔΝΤ και τα ρέστα.
Ο παραπάνω χοντρικός αλλά ακριβής στην ιδέα του υπολογισμός, δεν έγινε για να δείξουμε πως δεν υπήρξε κάποιο γενικευμένο φαγοπότι σε αυτή τη θρυλική δεκαετία του ευρώ. Έγινε για να δείξει, πως μερικά γουρουνάκια έφαγαν (και συνεχίζουν να τρώνε εάν δείτε τα αποτελέσματα του 2010) πολύ παραπάνω από μερικά άλλα. Κι έτσι την επόμενη φορά που θα ακούσετε κάποιον να μιλάει για εθνική προσπάθεια, σας παρακαλώ θυμηθείτε να του τρίψετε αυτόν τον πίνακα στη μούρη. Διότι μεταξύ κατεργαρέων χρειάζεται και λίγη ειλικρίνεια που γενικά δεν περισσεύει.
Και θα κάνω και μια δίκαιη πρόταση. Το κράτος επί μία δεκαετία “δάνειζε” τις επιχειρήσεις με προνομιακότατους όρους, καθώς καμία επιχείρηση δεν μπορούσε να πάρει δάνειο με μικρότερο επιτόκιο σε κάθε αντίστοιχη εποχή. Μήπως λοιπόν ήρθε η ώρα να ξεπληρώσουν στο κράτος αυτά τα 57δις? Ξέρω τα πράγματα είναι δύσκολα, αλλά τόσο μεγάλες και υγιείς επιχειρήσεις που έχουμε, θα βρούνε έναν τρόπο. Το χρωστάνε άλλωστε στο έθνος.
Από την Αυγή
Περάστε......κύριε!!!
Η ΔΕΗ εμφανίζει κεφαλαιοποίηση περίπου 2,7 δισ. ευρώ, με βάση την τιμή της Τρίτης (11,67 ευρώ), κάτι που ση μαίνει πως σε περίπτωση που η κυβέρνηση αποφασίσει να παραχω ρήσει σε στρατηγικό επενδυτή το 20% των μετοχών, η ανάλογη αξία δεν ξεπερνά τα 550 εκατ. ευρώ.
Αντιθέτως, η Επιχείρηση διαθέτει πραγματική αξία πολλαπλάσια αυτής της αποτίμησης, με πάγια που ξεπερνούν τα 13,3 δισ. και με σύνολο ενεργητικού πάνω από 16 δισ. ευρώ, σύμφωνα με τις οικονομικές καταστάσεις του προηγούμενου έτους.
Αυτό σημαίνει πως το ποσοστό της ΔΕΗ σε οποιονδήποτε υποψήφιο σύμμαχο (και υπάρχουν πολλοί που θέλουν αυτό τον ρόλο) θα πρέπει να παραχωρηθεί με πολύ μεγαλύτερο τίμημα, που μπορεί να ξεπεράσει και το τετραπλάσιο της σημερινής της χρηματιστηριακής τιμής.
Το ίδιο συμβαίνει και με αρκετές άλλες κρατικές επιχειρήσεις, που διαπραγματεύονται στο εγχώριο χρηματιστήριο, με αποτέλεσμα να υπάρχει ο κίνδυνος οι ξένοι να «σαρώσουν» τις καλύτερες εταιρείες σε εξευτελιστικές τιμές.
Παράγοντες που ασχολούνται καθημερινά και επαγγελματικά με την κεφαλαιαγορά εκτιμούν πως η καχεξία του χρηματιστηρίου την τελευταία περίοδο οφείλεται σε σημαντικό βαθμό και σε αυτή την παράμετρο. Με δεδομένο ότι ξένα χαρτοφυλάκια ελέγχουν σχεδόν τη μισή ελληνική αγορά, έχουν τη δυνατότητα να διαμορφώνουν τις τάσεις στην αγορά, ανάλογα με τα συμφέροντά τους.
Πέμπτη 21 Απριλίου 2011
Κάτι θυμωμένοι καραβανάδες του 51’
Ήταν το τελευταίο ανοιξιάτικό πρωινό του 1951, 31 Μαΐου έγραφε το ημερολόγιο. Λίγο πριν τις οκτώ το πρωί. Η Αθήνα, φαινομενικά ήσυχη. Το ραδιόφωνο βγάζει μια περίεργη ανακοίνωση: “Λόγω πληροφοριών περί ενδεχομένης διασαλεύσεως της τάξεως υπό αναρχικών στοιχείων ελήφθησαν την πρωίαν σήμερον ωρισμένα μέτρα..”. Ο Ραδιοφωνικός σταθμός Αθηνών έλεγε ψέματα όσο δεν πήγαινε!
Νωρίς τα ξημερώματα όλα τα ζωτικά κτήρια για την άμυνα της χώρας είχαν καταληφθεί αστραπιαία όχι βέβαια από αναρχικά στοιχεία αλλά από μια κλίκα ανώτερων δεξιούλικων αξιωματικών. Επαναλαμβάνω μιλάω για το 1951’ όχι για το 1967’. Ήταν η εποχή που η πλειοψηφία των στρατιωτικών λάτρευε τον κομμουνιστοφάγο στρατάρχη Αλέξανδρο Παπάγο, τον αγαπημένο των Αμερικανών. Τον άνθρωπο που έφτιαξε πολυτελείς παρακαλώ κατοικίες στα βόρεια προάστια για εκατοντάδες αξιωματικούς, ξεπηδώντας έτσι ο δήμος Παπάγου. Όταν λοιπόν έμαθαν οι εν λόγω στρατιωτικοί ότι ο αγαπημένος τους παραιτείται από τη στραταρχική θέση πέσαν να πεθάνουν. Έτσι μια αράδα από εκνευρισμένους ταξιάρχους και συνταγματάρχες συγκεντρώνονται στο μεγαθήριο που σήμερα ψωνίζουμε μάρκες στα attica στη Πανεπιστημίου. Τότε ήταν Μετοχικό Ταμείο Στρατού. Εκεί λοιπόν αποφάσισαν να φέρουν τον Παπάγο πίσω τιμωρώντας αυτούς που ήθελαν να πετάξουν το σωτήρα τους εκτός στρατεύματος. Κυβέρνηση και Στρατιωτική Ηγεσία δεν μπορούσαν να τους κάνουν με τίποτα καλά. Ο στρατός είναι ανεξέλεγκτος.
Ξάφνου σκάει μύτη ο Παπάγος μπροστά στους κινηματίες: «Διαλυθείτε, πίσω στους στρατώνες σας, Παπάγος speaking». Αυτό ήταν. Ο Παπάγος έβαλε στη θέση τους αυτούς που τον λάτρευαν..περίεργα πράγματα. Και έπειτα βγήκε η ανακοίνωση στο ραδιόφωνο για κουκούλωμα. Δύο τα σενάρια: ή πρόκειται για στρατόκαβλους δεξιούς του 50’ που προχώρησαν χωρίς να ρωτήσουν ούτε τον ίδιο τον Παπάγο ή το σκηνοθέτησε ο ίδιος για επίδειξη δύναμης στους πολιτικούς του αντιπάλους του τύπου «καθίστε καλά γιατί μόνο εγώ τους ελέγχω». Ό,τι και να συνέβαινε, εκείνοι οι ταξίαρχοι έβαλαν την ουρά στα σκέλια και φύγει φύγει. Εφόσον μίλησε ο γκουρού του στρατιωτικού κατεστημένου τελείωσε! Και δω αρχίζουν τα δύσκολα. Οι ταξίαρχοι καλά τα λένε αλλά δεν ρώτησαν τους λοχαγούς! «Είπαμε να κάνουμε μια δουλειά και σείς άντε μη..» κάπως έτσι σκέφτονταν οι τελευταίοι. Ανάμεσά τους ήταν και ένας δραστήριος Πελοποννήσιος ταγματάρχης ο Γιώργος Παπαδόπουλος, ένα «ανήσυχο» πνεύμα. Προερχόμενοι, ο Γιώργος και οι φίλοι του, από φτωχές οικογένειες και χωρίς «κονέ» πάσχιζαν να ανελιχθούν μέσω μιας τέτοιας ανατρεπτικής κίνησης. Και πάνω εκεί τους τα χάλασαν οι βολεψάκηδες ανώτεροί τους. Τα νεύρα εκείνων των αμούστακων στρατιωτικών είχαν χτυπήσει κόκκινο. Ήταν πιο δεξιοί και από τους δεξιούς, πιο βασιλικοί και από το βασιλιά, πιο αντικομμουνιστές και από τον αμερικανό ΥΠΕΞ!
Αυτοί οι εκνευρισμένοι κατώτεροι καραβανάδες κάτω από τη μύτη των «απο πάνω» άρχισαν να λειτουργούν συνωμοτικά. Θα έπαιρναν τη κατάσταση στα χέρια τους. Βέβαια γύρω στα 1957 ο αρχηγός του Γενικού Επιτελείου Στρατού(ΓΕΣ) Νικολόπουλος τους πήρε χαμπάρι και ρίχνει σύρμα στον πρωθυπουργό Καραμανλή..τον «εθνάρχη μας». «Κάνε κάτι, και γω δεξιός είμαι αλλά τούτοι δω δεν παίζονται θα μας φάνε». Το αποτέλεσμα: Ο αρχηγός ΓΕΣ έχασε τη θέση του και οι τσατισμένοι αξιωματικοί ανέβαιναν και ανέβαιναν και ανέβαιναν.. Γεώργιος Παπαδόπουλος στέλεχος ΚΥΠ, Μακαρέζος, Ρουφογάλης, Πατίλης, Χατζηπέτρος, όλοι θρονιάστηκαν στο γραφείο του Αρχηγού του ΓΕΣ, ενώ ο Καρύδας ήταν διευθυντής του κλιμακίου της ΚΥΠ βορείου Ελλάδος και ο Ιωαννίδης μέσα σε όλα. Οι χθεσινοί ανίσχυροι αξιωματικοί μπορούσαν μετά από χρόνια να τοποθετούν στις διοικήσεις των μονάδων δικά τους πρόσωπα ενώ οι ανώτεροί τους στρατηγοί κοιμόντουσαν.
Την άνοιξη του 1967, 16 χρόνια μετά το κίνημα του 1951, οι λοχαγοί του χθες γίνανε ταξίαρχοι και δεσμευτήκαν να μην αποτύχουν πάλι. Το πρωινό της 21ης Απριλίου πιασαν τους στρατηγούς χωρίς τα μετάλλια αλλά με τις πυτζάμες και τους πολιτικούς στον ύπνο. Έναν ύπνο που ξεκίνησε με τον εμφύλιο (με συντηρητικούς υπολογισμούς..), επαληθεύτηκε το 1967 και απ' ότι βλέπουμε συνεχίζεται μέχρι σήμερα.
Του Βαγγέλη Γεωργίου
Νωρίς τα ξημερώματα όλα τα ζωτικά κτήρια για την άμυνα της χώρας είχαν καταληφθεί αστραπιαία όχι βέβαια από αναρχικά στοιχεία αλλά από μια κλίκα ανώτερων δεξιούλικων αξιωματικών. Επαναλαμβάνω μιλάω για το 1951’ όχι για το 1967’. Ήταν η εποχή που η πλειοψηφία των στρατιωτικών λάτρευε τον κομμουνιστοφάγο στρατάρχη Αλέξανδρο Παπάγο, τον αγαπημένο των Αμερικανών. Τον άνθρωπο που έφτιαξε πολυτελείς παρακαλώ κατοικίες στα βόρεια προάστια για εκατοντάδες αξιωματικούς, ξεπηδώντας έτσι ο δήμος Παπάγου. Όταν λοιπόν έμαθαν οι εν λόγω στρατιωτικοί ότι ο αγαπημένος τους παραιτείται από τη στραταρχική θέση πέσαν να πεθάνουν. Έτσι μια αράδα από εκνευρισμένους ταξιάρχους και συνταγματάρχες συγκεντρώνονται στο μεγαθήριο που σήμερα ψωνίζουμε μάρκες στα attica στη Πανεπιστημίου. Τότε ήταν Μετοχικό Ταμείο Στρατού. Εκεί λοιπόν αποφάσισαν να φέρουν τον Παπάγο πίσω τιμωρώντας αυτούς που ήθελαν να πετάξουν το σωτήρα τους εκτός στρατεύματος. Κυβέρνηση και Στρατιωτική Ηγεσία δεν μπορούσαν να τους κάνουν με τίποτα καλά. Ο στρατός είναι ανεξέλεγκτος.
Ξάφνου σκάει μύτη ο Παπάγος μπροστά στους κινηματίες: «Διαλυθείτε, πίσω στους στρατώνες σας, Παπάγος speaking». Αυτό ήταν. Ο Παπάγος έβαλε στη θέση τους αυτούς που τον λάτρευαν..περίεργα πράγματα. Και έπειτα βγήκε η ανακοίνωση στο ραδιόφωνο για κουκούλωμα. Δύο τα σενάρια: ή πρόκειται για στρατόκαβλους δεξιούς του 50’ που προχώρησαν χωρίς να ρωτήσουν ούτε τον ίδιο τον Παπάγο ή το σκηνοθέτησε ο ίδιος για επίδειξη δύναμης στους πολιτικούς του αντιπάλους του τύπου «καθίστε καλά γιατί μόνο εγώ τους ελέγχω». Ό,τι και να συνέβαινε, εκείνοι οι ταξίαρχοι έβαλαν την ουρά στα σκέλια και φύγει φύγει. Εφόσον μίλησε ο γκουρού του στρατιωτικού κατεστημένου τελείωσε! Και δω αρχίζουν τα δύσκολα. Οι ταξίαρχοι καλά τα λένε αλλά δεν ρώτησαν τους λοχαγούς! «Είπαμε να κάνουμε μια δουλειά και σείς άντε μη..» κάπως έτσι σκέφτονταν οι τελευταίοι. Ανάμεσά τους ήταν και ένας δραστήριος Πελοποννήσιος ταγματάρχης ο Γιώργος Παπαδόπουλος, ένα «ανήσυχο» πνεύμα. Προερχόμενοι, ο Γιώργος και οι φίλοι του, από φτωχές οικογένειες και χωρίς «κονέ» πάσχιζαν να ανελιχθούν μέσω μιας τέτοιας ανατρεπτικής κίνησης. Και πάνω εκεί τους τα χάλασαν οι βολεψάκηδες ανώτεροί τους. Τα νεύρα εκείνων των αμούστακων στρατιωτικών είχαν χτυπήσει κόκκινο. Ήταν πιο δεξιοί και από τους δεξιούς, πιο βασιλικοί και από το βασιλιά, πιο αντικομμουνιστές και από τον αμερικανό ΥΠΕΞ!
Αυτοί οι εκνευρισμένοι κατώτεροι καραβανάδες κάτω από τη μύτη των «απο πάνω» άρχισαν να λειτουργούν συνωμοτικά. Θα έπαιρναν τη κατάσταση στα χέρια τους. Βέβαια γύρω στα 1957 ο αρχηγός του Γενικού Επιτελείου Στρατού(ΓΕΣ) Νικολόπουλος τους πήρε χαμπάρι και ρίχνει σύρμα στον πρωθυπουργό Καραμανλή..τον «εθνάρχη μας». «Κάνε κάτι, και γω δεξιός είμαι αλλά τούτοι δω δεν παίζονται θα μας φάνε». Το αποτέλεσμα: Ο αρχηγός ΓΕΣ έχασε τη θέση του και οι τσατισμένοι αξιωματικοί ανέβαιναν και ανέβαιναν και ανέβαιναν.. Γεώργιος Παπαδόπουλος στέλεχος ΚΥΠ, Μακαρέζος, Ρουφογάλης, Πατίλης, Χατζηπέτρος, όλοι θρονιάστηκαν στο γραφείο του Αρχηγού του ΓΕΣ, ενώ ο Καρύδας ήταν διευθυντής του κλιμακίου της ΚΥΠ βορείου Ελλάδος και ο Ιωαννίδης μέσα σε όλα. Οι χθεσινοί ανίσχυροι αξιωματικοί μπορούσαν μετά από χρόνια να τοποθετούν στις διοικήσεις των μονάδων δικά τους πρόσωπα ενώ οι ανώτεροί τους στρατηγοί κοιμόντουσαν.
Την άνοιξη του 1967, 16 χρόνια μετά το κίνημα του 1951, οι λοχαγοί του χθες γίνανε ταξίαρχοι και δεσμευτήκαν να μην αποτύχουν πάλι. Το πρωινό της 21ης Απριλίου πιασαν τους στρατηγούς χωρίς τα μετάλλια αλλά με τις πυτζάμες και τους πολιτικούς στον ύπνο. Έναν ύπνο που ξεκίνησε με τον εμφύλιο (με συντηρητικούς υπολογισμούς..), επαληθεύτηκε το 1967 και απ' ότι βλέπουμε συνεχίζεται μέχρι σήμερα.
Του Βαγγέλη Γεωργίου
Η απορία του ληστή
Από μικρό παιδί, όταν άκουγα τα Ευαγγέλια της Μεγάλης Πέμπτης ένιωθα συμπάθεια για τον αντιπαθέστερο ληστή. Όχι εκείνον που είπε το περίφημο “Μνήσθητί μου Κύριε…”, αλλά τον άλλο που “εβλασφήμει... λέγων: ει συ ει ο Χριστός, σώσον σεαυτόν και ημάς”.
Αυτόν δεν τον πήρε μαζί του ο Ιησούς στον Παράδεισο, όπως τον πιο θεοφοβούμενο ομότεχνό του (“...σήμερον μετ'εμού έση εν τώ παραδείσω”). Τότε έβρισκα άδικη αυτή την προτίμηση. Γιατί να μην αξιωθεί κι ο άλλος αμαρτωλός την σωτηρία; Έστω κι αν είχε “βλασφημήσει”. (Πού; Πώς; Κι αυτό μου φαινόταν ασαφές.)
Δεν ξέρω πόσο καλά θυμόσαστε τη σκηνή (Λουκ. κγ' 39-44): Στον “Κρανίου Τόπον” σταυρώνεται ο Ιησούς, μαζί του και οι δύο “κακούργοι”. “Ον μεν εκ δεξιών ον δε εξ αριστερών”. Ο πρώτος κάνει τη βλάσφημη ερώτηση. Ο δεύτερος τον επιπλήττει: “Ουδέ φοβεί συ τον Θεόν;...”. Εμείς, συνεχίζει, δίκαια τιμωρούμεθα “ούτος δε ουδέν άτοπον έπραξε.” Και, στρεφόμενος προς τον Ιησού: “Μνήσθητί μου Κύριε όταν έλθεις εν τη βασιλεία σου”.
Τώρα, μετά τόσα χρόνια, μπόρεσα να εντοπίσω την δυσφορία μου. Ο “βλάσφημος” ληστής, με την ωμή, πραγματιστική απορία του, εκφράζει κάτι πολύ ανθρώπινο: τον ορθό λόγο. Τιμωρείται επειδή σκέπτεται λογικά - με τον τρόπο δηλαδή που είμαστε προγραμματισμένοι να λογιζόμαστε.
Γιατί, όσο κι αν φαίνεται αφελής η ερώτησή του, δεν παύει να είναι ακλόνητα λογική. Δεν αρνήθηκε, ούτε καν αμφισβήτησε την θεότητα του Ιησού. Την έθεσε σε απορητική δοκιμασία. (Αν...) Η βλασφημία του ήταν ότι δεν μπόρεσε να δεχθεί σαν δεδομένο το απίθανο - το ότι σταυρώνεται δίπλα του ο Υιός του Θεού!
Αν μάλιστα προεκτείνει κανείς περισσότερο την απορία του ληστή, μπορεί να περιλάβει όλο το “παράδοξο” (που θα έλεγε ο Kierkergaard) ή το “παράλογο” (absurdum, Τερτουλλιανός) του Χριστιανισμού. Γιατί ο παντοδύναμος και πανάγαθος Θεός έπρεπε να διαλέξει ένα τόσο έμμεσο, περίπλοκο (και παράξενο!) δρόμο για την λύτρωση του ανθρώπου;
Ενανθρώπιση, Σταύρωση, Ανάσταση - τόσα θαύματα παρά την λογικήν - κι ακόμα ο πόνος κι η οδύνη περισσεύουν!
Μπορούσε, απλούστερα, ο Ποιητής των Πάντων, να καταργήσει το Κακό στον κόσμο. Μπορούσε (να η αφελής, βλάσφημη, ευθύγραμμη λογική) να ακυρώσει την αμαρτία. Γιατί να μην είναι αυτός ο κόσμος Παράδεισος; Τι νόημα έχει που αφήνει τον άνθρωπο να βασανίζεται; Τι εξυπηρετεί ο πόνος κι ο θάνατος αθώων; Κι αυτός ακόμα ο “κακός” ληστής, πόσο υπεύθυνος είναι για την κακία του - όταν τον έχει πλάσει μια πανάγαθη και πανίσχυρη βούληση;
Βέβαια ο ληστής, αν ήταν διανοούμενος, θα μπορούσε να πει με τον Τερτουλλιανό: “δύναμαι να το πιστέψω, επειδή είναι ανόητο (quia ineptum est)” ή “το θεωρώ σίγουρο διότι είναι αδύνατο (quod impossibile est)”. Μη ων σοφός, είπε αυτό που θα έλεγε κάθε άνθρωπος, ακολουθώντας τους νόμους της σκέψης. Είπε (κι αυτό μέσα στον πόνο, στο μαρτύριό του): “Αν είσαι ο εκλεκτός, τότε σώσε τον εαυτό σου και μας”. Και για αυτή του τη σκέψη, δεν αξιώθηκε τον Παράδεισο.
Ίσως ξενίζει που ονομάζω αυτόν τον άξεστο άνθρωπο ορθολογιστή. Όμως η πρόταση “αν... τότε” βρίσκεται στη βάση κάθε ανθρώπινης συλλογιστικής και επιστήμης. Η (όποια) θεωρία ξεκινάει με μία υπόθεση (αν) και ολοκληρώνεται με κάποια δοκιμή (τότε). Ο ληστής, όπως κι ο άλλος ορθολογιστής, ο Θωμάς, γύρευε κάποια απόδειξη. (Αν και, μέσα στο μαρτύριό του, μπορεί ακόμα περισσότερο να ζητούσε μια σωτηρία.)
Θαυμάζω αυτούς που, σαν τον καλό ληστή, πιστεύουν στο απίθανο χωρίς τεκμήρια. Πολλές φορές λυπάμαι που δεν μπορώ να τους ακολουθήσω. Θα ήταν σίγουρα πολύ πιο άνετη μία ζωή χωρίς τον καταναγκασμό της λογικής. Αλίμονο - όσο κι αν προσπάθησα, δεν κατόρθωσα να ξεφύγω από τον κλοιό της. (Παρά μόνο στους χώρους της Τέχνης. Το δικό της Θαύμα με πείθει.)
Φυσικό λοιπόν να συμπαθώ όσους μου μοιάζουν. Σαν τον "κακό" ληστή. Φοβάμαι πως, στην θέση του, τα ίδια θα έλεγα (αν τα κατάφερνα να μιλήσω. Δεν αντέχω τον πόνο.) Έστω, θα τα σκεφτόμουνα. Και θα έχανα τον Παράδεισο.
Κι ας μην σκεφθεί κανείς πως δεν εκτιμώ το κήρυγμα της Αγάπης. Ίσα-ίσα, που είμαι φανατικός οπαδός της. Ακριβώς επειδή υπάρχει ο πόνος στον κόσμο κι επειδή είναι παράλογος (κι ο πόνος κι ο κόσμος) η αγάπη είναι η μόνη καταφυγή. Την βλέπω όμως όχι σαν δοξολόγηση της κατάστασης των πραγμάτων - αλλά σαν διαμαρτυρία εναντίον της. Γιατί αν δεν ήταν ο κόσμος άδικος και παράλογος, τι θα χρειαζόταν η αγάπη;
Και γι αυτό (επειδή πιστεύω στην αγάπη) τρέφω ακόμα την παλιά παιδική μου πεποίθηση. Πως ο Χριστός, αφού τέλειωσαν όλα, θα ξαναθυμήθηκε και τον "κακό" ληστή. Και θα τον φώναξε κοντά του, στον Παράδεισο.
Του Νίκου Δήμου
Αυτόν δεν τον πήρε μαζί του ο Ιησούς στον Παράδεισο, όπως τον πιο θεοφοβούμενο ομότεχνό του (“...σήμερον μετ'εμού έση εν τώ παραδείσω”). Τότε έβρισκα άδικη αυτή την προτίμηση. Γιατί να μην αξιωθεί κι ο άλλος αμαρτωλός την σωτηρία; Έστω κι αν είχε “βλασφημήσει”. (Πού; Πώς; Κι αυτό μου φαινόταν ασαφές.)
Δεν ξέρω πόσο καλά θυμόσαστε τη σκηνή (Λουκ. κγ' 39-44): Στον “Κρανίου Τόπον” σταυρώνεται ο Ιησούς, μαζί του και οι δύο “κακούργοι”. “Ον μεν εκ δεξιών ον δε εξ αριστερών”. Ο πρώτος κάνει τη βλάσφημη ερώτηση. Ο δεύτερος τον επιπλήττει: “Ουδέ φοβεί συ τον Θεόν;...”. Εμείς, συνεχίζει, δίκαια τιμωρούμεθα “ούτος δε ουδέν άτοπον έπραξε.” Και, στρεφόμενος προς τον Ιησού: “Μνήσθητί μου Κύριε όταν έλθεις εν τη βασιλεία σου”.
Τώρα, μετά τόσα χρόνια, μπόρεσα να εντοπίσω την δυσφορία μου. Ο “βλάσφημος” ληστής, με την ωμή, πραγματιστική απορία του, εκφράζει κάτι πολύ ανθρώπινο: τον ορθό λόγο. Τιμωρείται επειδή σκέπτεται λογικά - με τον τρόπο δηλαδή που είμαστε προγραμματισμένοι να λογιζόμαστε.
Γιατί, όσο κι αν φαίνεται αφελής η ερώτησή του, δεν παύει να είναι ακλόνητα λογική. Δεν αρνήθηκε, ούτε καν αμφισβήτησε την θεότητα του Ιησού. Την έθεσε σε απορητική δοκιμασία. (Αν...) Η βλασφημία του ήταν ότι δεν μπόρεσε να δεχθεί σαν δεδομένο το απίθανο - το ότι σταυρώνεται δίπλα του ο Υιός του Θεού!
Αν μάλιστα προεκτείνει κανείς περισσότερο την απορία του ληστή, μπορεί να περιλάβει όλο το “παράδοξο” (που θα έλεγε ο Kierkergaard) ή το “παράλογο” (absurdum, Τερτουλλιανός) του Χριστιανισμού. Γιατί ο παντοδύναμος και πανάγαθος Θεός έπρεπε να διαλέξει ένα τόσο έμμεσο, περίπλοκο (και παράξενο!) δρόμο για την λύτρωση του ανθρώπου;
Ενανθρώπιση, Σταύρωση, Ανάσταση - τόσα θαύματα παρά την λογικήν - κι ακόμα ο πόνος κι η οδύνη περισσεύουν!
Μπορούσε, απλούστερα, ο Ποιητής των Πάντων, να καταργήσει το Κακό στον κόσμο. Μπορούσε (να η αφελής, βλάσφημη, ευθύγραμμη λογική) να ακυρώσει την αμαρτία. Γιατί να μην είναι αυτός ο κόσμος Παράδεισος; Τι νόημα έχει που αφήνει τον άνθρωπο να βασανίζεται; Τι εξυπηρετεί ο πόνος κι ο θάνατος αθώων; Κι αυτός ακόμα ο “κακός” ληστής, πόσο υπεύθυνος είναι για την κακία του - όταν τον έχει πλάσει μια πανάγαθη και πανίσχυρη βούληση;
Βέβαια ο ληστής, αν ήταν διανοούμενος, θα μπορούσε να πει με τον Τερτουλλιανό: “δύναμαι να το πιστέψω, επειδή είναι ανόητο (quia ineptum est)” ή “το θεωρώ σίγουρο διότι είναι αδύνατο (quod impossibile est)”. Μη ων σοφός, είπε αυτό που θα έλεγε κάθε άνθρωπος, ακολουθώντας τους νόμους της σκέψης. Είπε (κι αυτό μέσα στον πόνο, στο μαρτύριό του): “Αν είσαι ο εκλεκτός, τότε σώσε τον εαυτό σου και μας”. Και για αυτή του τη σκέψη, δεν αξιώθηκε τον Παράδεισο.
Ίσως ξενίζει που ονομάζω αυτόν τον άξεστο άνθρωπο ορθολογιστή. Όμως η πρόταση “αν... τότε” βρίσκεται στη βάση κάθε ανθρώπινης συλλογιστικής και επιστήμης. Η (όποια) θεωρία ξεκινάει με μία υπόθεση (αν) και ολοκληρώνεται με κάποια δοκιμή (τότε). Ο ληστής, όπως κι ο άλλος ορθολογιστής, ο Θωμάς, γύρευε κάποια απόδειξη. (Αν και, μέσα στο μαρτύριό του, μπορεί ακόμα περισσότερο να ζητούσε μια σωτηρία.)
Θαυμάζω αυτούς που, σαν τον καλό ληστή, πιστεύουν στο απίθανο χωρίς τεκμήρια. Πολλές φορές λυπάμαι που δεν μπορώ να τους ακολουθήσω. Θα ήταν σίγουρα πολύ πιο άνετη μία ζωή χωρίς τον καταναγκασμό της λογικής. Αλίμονο - όσο κι αν προσπάθησα, δεν κατόρθωσα να ξεφύγω από τον κλοιό της. (Παρά μόνο στους χώρους της Τέχνης. Το δικό της Θαύμα με πείθει.)
Φυσικό λοιπόν να συμπαθώ όσους μου μοιάζουν. Σαν τον "κακό" ληστή. Φοβάμαι πως, στην θέση του, τα ίδια θα έλεγα (αν τα κατάφερνα να μιλήσω. Δεν αντέχω τον πόνο.) Έστω, θα τα σκεφτόμουνα. Και θα έχανα τον Παράδεισο.
Κι ας μην σκεφθεί κανείς πως δεν εκτιμώ το κήρυγμα της Αγάπης. Ίσα-ίσα, που είμαι φανατικός οπαδός της. Ακριβώς επειδή υπάρχει ο πόνος στον κόσμο κι επειδή είναι παράλογος (κι ο πόνος κι ο κόσμος) η αγάπη είναι η μόνη καταφυγή. Την βλέπω όμως όχι σαν δοξολόγηση της κατάστασης των πραγμάτων - αλλά σαν διαμαρτυρία εναντίον της. Γιατί αν δεν ήταν ο κόσμος άδικος και παράλογος, τι θα χρειαζόταν η αγάπη;
Και γι αυτό (επειδή πιστεύω στην αγάπη) τρέφω ακόμα την παλιά παιδική μου πεποίθηση. Πως ο Χριστός, αφού τέλειωσαν όλα, θα ξαναθυμήθηκε και τον "κακό" ληστή. Και θα τον φώναξε κοντά του, στον Παράδεισο.
Του Νίκου Δήμου
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)
















