Τετάρτη 30 Ιουνίου 2010

Τα κουτσαβάκια - Ο έλεγχος



Για την δράση αυτών των ευυπόληπτων "κυρίων" διαβάσαμε στο α΄μέρος

Τον έλεγχο αυτών των ανθρώπων προσπάθησε να πάρει το Ελληνικό κράτος από την αρχή.

Ο Δημητριάδης, στις αρχές της βασιλείας του Γεωργίου του Α’. Έκανε συστηματικές επιδρομές μέσα στα απρόσιτα στέκια των Κουτσαβάκηδων. Σε αντίδραση όμως εκείνοι, δολοφόνησαν μέσα στην πλατεία του Δημοπρατηρίου, τον γραμματέα της αστυνομίας, Λύτρα. Επακολούθησε απ’ τον Δημητριάδη η άλωση του υπόγειου καταγωγίου του Μαούφαρη, που αποτελούσε την φωλιά των Κουτσαβάκηδων. Μέσα εκεί, έπειτα από κυριολεκτική μάχη, συνελήφθησαν και οι κρυμμένοι δολοφόνοι του Λύτρα. Αποτέλεσμα όμως ήταν να επαναστατήσει κυριολεκτικά η συνοικία του Ψειρή, απ’ όπου η αστυνομία αναγκάστηκε να αποσυρθεί τελείως. Οι Κουτσαβάκηδες όμως αποφάσισαν τότε να εκστρατεύσουν κι εναντίον της αστυνομικής διεύθυνσης(!), που τότε ήταν εγκατεστημένη στην πλατεία Κλαυθμώνος. Ο Δημητριάδης πρότεινε στην Κυβέρνηση σκληρά αντίποινα, αλλά ο πρωθυπουργός Βούλγαρης προτίμησε να υποχωρήσει κι αντί άλλου μέτρου, απέλυσε τον αποφασιστικό διευθυντή της αστυνομίας!

Στην συνέχεια ανέλαβε ο
Βρατσάνος, ένας σκληροτράχηλος Ψαριανός, που ο πρωθυπουργός Αλέξανδρος Κουμουνδούρος τον διόρισε διευθυντή, με την ρητή εντολή, ν’ απαλλάξει την Αθήνα απ’ το αίσχος των Κουτσαβάκηδων.
Ο Βρατσάνος δέχτηκε την εντολή. Σ’ αυτό το σημείο μάλιστα, τον ενθάρρυνε αποτελεσματικά και η σύζυγός του, η ιστορική Φλωρού, γυναίκα ατρόμητη και εξασκημένη η ίδια στα όπλα. Χειριζόταν δε η Φλωρού, το πιστόλι και την καραμπίνα, σαν έμπειρος πολεμιστής.
Ο Βρατσάνος θέλησε να διασπάσει τον αντίπαλο, προσλαμβάνοντας ως αστυνομικούς και μερικούς Κούτσαβους. Το πείραμά του όμως απέτυχε, γιατί σύντομα εκείνοι άρχισαν να συνεργάζονται με τους «συναδέλφους» τους, εξαπατώντας την αστυνομία. Ο θαρραλέος διευθυντής κατέφυγε τότε σε συστηματικές επιδρομές μέσα στο βασίλειο των κακοποιών, όπου συχνά διακινδύνευε κι αυτή τη ζωή του.

Τελικά όμως, οι πολιτικοί προστάτες των Κουτσαβάκηδων πέτυχαν την αντικατάσταση του αποφασιστικού Βρανάτσου.

Αυτός όμως που τελείωσε τους Κουτσαβάκηδες ήταν ο αστυνομικός διευθυντής Δημήτριος Μπαϊρακτάρης .

Για την επίθεσή του εναντίων των Κουτσαβάκηδων, δεν διέθετε συνεπώς ύποπτους και απείθαρχους «αστυνομικούς κλητήρες». Διέθετε τώρα σκληρούς Ευζώνους κι αφοσιωμένους πυροβολητές, που μάλιστα τους διάλεγε ο ίδιος.

Αυτός λοιπόν χρησιμοποίησε ένα μέσο για την παράκαμψή τους , την ηθική τους απαξίωση με εργαλεία τέσσερα:

Α. Μπαλτά
Β. Ψαλίδι (τεράστια βλαχοψαλίδα)
Γ. Βαριοπούλα
Δ Ξουράφι


Έτσι λοιπόν η σύλληψη του Κουτσαβάκη ακολουθείτο από:

Α. Την μετατροπή του τακουνάτου παπουτσιού τους σε ίσιο παπούτσι χωρίς τακούνι με τον μπαλτά.

Β. Το κόψιμο του μισού μουστακιού με ξυράφι, έτσι υποχρεωνόταν ο κουτσαβάκης να ξυρίσει ο ίδιος το άλλο μισό.

Γ. Έκοβε με το ψαλίδι το μανίκι που δεν φορούσαν, με την δικαιολογία ότι δεν τους χρειάζεται και φυσικά κοβόντουσαν το ζωνάρι και ψαλιδιζόντουσαν τα μαλλιά .

Δ Τους υποχρέωνε να σπάσουν οι ίδιοι με βαριοπούλα την μπιστόλα τους και τα μαχαίρια τους, τα σίδερα πουλιώντουσαν στα παλιατζίδικα.

Μετά από αυτό δεν τους πείραζε κανείς ήταν ελεύθεροι να φύγουν από το Μεντρεσέ που γινόταν η διαδικασία πολλές φορές αυτές οι διαδικασίες γινόντουσαν και δημόσια, υπό το γιούχα των παρευρισκομένων πολιτών που, οι οποίοι ταλαιπωρημένοι και κακοπαθημένοι από αυτή την ιδιόρρυθμη αλητεία «έπαιρναν» την ρεβάνς τους . Ο εξευτελισμός αυτός, ήταν φοβερός, ώστε στο εξής αναγκάζονταν να εξαφανιστούν από προσώπου γης.

Παραθέτω σχετικό τραγούδι :

«Ο Μπαϊρακτάρης μου έκοψε το ένα το μανίκι
Και να ξεχάσω δεν μπορώ , αυτό το ρεζιλίκι
Ο Μπαϊρακτάρης μ έπιασε στο Μεντρεσέ με έκλεισε
Τη σκανδαλιάρα μου έσπασε και το μουστάκι μου έκοψε…….»

Μετά από αυτά ας δούμε και μια ιστορία που περιγράφει με γλαφυρότητα, ένα περιστατικό από το κλίμα του κουτσαβακισμού…….

Στην πλατεία Ψυρρή ο τόπος τρέμει τον Σαρφάγκα, γέροι, νέοι παιδιά, άνδρες γυναίκες, όλοι τρομοκρατημένοι, όταν τα «πίνει» τα παιδιά σταματούν να παίζουν αλλιώς τρώνε ξύλο οι γονείς τους, όταν περάσει κοπέλα την πειράζει και κανείς δεν τολμά να διαμαρτυρηθεί…….. φονιάς, σαματατζής , στην Ομόνοια σκότωσε τον Ζαφείρη τον Μανιάτη μέσα στο λημέρι του και για πόσο πήγε φυλακή γι αυτή την πράξη του 8 μήνες! (από αυτό φαίνεται και η προστασία που είχε από το κράτος)


Ένα μεσημεράκι ένας μεροκαματιάρης επιπλοποιός περνά από του Ψυρρή με την αρραβωνιαστικιά του , ο Σαρφάγκας τα πίνει με εννέα Κουτσαβάκηδες, το βλέπει το ζευγάρι και φωνάζει στην κοπέλα:
«Δεν παρατας τον τζε να ρθεις να κάνουμε γκεζί;», ο επιπλοποιός πάει πιο κει την κοπέλα του και επιστρέφει και με θάρρος λέει στον Σαφράγκα, «Αν δεν το μπορείς το ούζο που πίνεις να μη το πίνεις, τι θάρρεψες τα κορίτσια του κόσμου σαν την λίγδα σου;».
Η προσβολή μεγάλη, τραβά ο Σαφράγκας το κουμπούρι του «Πες της μάνας σου να ετοιμάσει σάβανο και έρχεσαι», ο επιπλοποιός του λέει: «Δεν είστε άντρες, εγώ σίδερο δεν έχω, αλλά αν θες εσύ και η παρέα σου με τα χέρια καθαρίζουμε».
Δέκα προς ένα τους φάνηκε καλοκαιρινή πλακίτσα , έλα όμως που το παλικαράκι ήταν ψωμωμένο, μπουνιά και σηκωμό δεν είχε όποιος την έτρωγε, δύο έφαγε ο Σαφράγκας και ταυλιάστηκε, Μετά περιφρονητικά γύρισε στον επίσης κουτσαβάκη ταβερνιάρη και είπε
«Μάζεψέ τους».

Το γεγονός αυτό έφερε σε δύσκολη θέση το σινάφι των Κουτσαβάκηδων, κινδύνευαν να χάσουν τον έλεγχο της περιοχής, έτσι από την ίδια μέρα έγιναν σατράπηδες ξυλοκοπούσαν τους πάντες, και για να επιβάλουν την κυριαρχία τους ο Σαφράγκας έκανε και το πιο κάτω.

Παρουσιάστηκε στο καφενείο και διέταξε τον καφετζή να κρατήσει τον ναργιλέ του στο μαγαζί και να προσέχει το κάρβουνο του και ο ίδιος τράβηξε ένα μαρκούτσι 20 πήχες μάκρος που διέσχιζε όλη την πλατεία και κάθισε στο κέντρο της και φούμερνε μαζί με δύο τρεις κουτσαβάκηδες ……… ποιος να περάσει πάνω από το μαρκούτσι του Σαφράγκα , μια γριούλα πέρασε χωρίς να το δει και με μια μαγκούρα την ξέρανε στο ξύλο. Τράβηξε μέρες ώσπου ένα απογευματάκι από μακριά φάνηκε ένα αμάξι , ετοιμάστηκε για καυγά αν περνούσε από πάνω ο αμαξάς, το αμάξι σταμάτησε την ρόδα του πάνω στο μαρκούτσι του Σαφράγκα, και από επάνω κατέβηκε ο Μπαϊρακτάρης .

Ο αξιωματικός ήσυχα χωρίς να μιλήσει πλησίασε τον Σαρφάγκα τον άρπαξε από τον λαιμό τον σήκωσε στον αέρα και με το άλλο χέρι του άστραψε καμιά εικοσαριά άγριες σφαλιάρες ίσιες και ανάποδες, τράβηξε από δύο κλωτσιές στους συντρόφους του και του είπε «Ρε Σαφράγκα , επάνω μου δεν έχω ούτε πιστόλι ούτε σουγιά . Τι αντράκι είσαι να σε δέρνουν και να μη ρίχνεις ; Φτου σου ψευτόμαγκα , δειλέ …….» τον άφησε και ήσυχα μπήκε στο αμάξι του και έφυγε.

Στην πλατεία έπεσε σιωπή και μετά από το πρώτο λεπτό που διαδέχτηκε το απρόσμενο ακούστηκε μια κραυγή από παντού «Ααααααααααα Σαφράγκα κάθαρμα!» , ο Σαφράγκας χωρίς μιλιά έφυγε με κατεβασμένο το κεφάλι και τίποτα πια δεν ακούστηκε για λόγου του………. σαν να τον κατάπιε η γη.


Ο Δημήτριος Μπαϊρακτάρης ήταν Έλληνας στρατιωτικός και ο πρώτος αστυνομικός διευθυντής της Αθήνας.
Γεννήθηκε το 1833 στο Αγρίνιο και πέθανε το 1900 στην Αθήνα. Καταγόμενος από Σουλιώτικη οικογένεια κατατάχθηκε στο στρατό το 1848 ως στρατιώτης όπου γρήγορα προάχθηκε σε αξιωματικό του πεζικού. Έλαβε ενεργό μέρος στη Κρητική επανάσταση του 1866 και διέπρεψε σε ανδραγαθίες. Το 1893 όταν συστάθηκε η στρατιωτική αστυνομία, (με τον νόμο ΒΡΠΗ΄ στις 20 Μαρτίου 1893) διορίσθηκε με τον βαθμό του ταγματάρχη Αστυνομικός Διευθυντής Αθηνών αφήνοντας άριστες αναμνήσεις από πλούσια σε αριθμό περιστατικά κατά τον διωγμό των τότε κουτσαβάκηδων που μάστιζαν το κέντρο της Αθήνας.
Το 1897 φέροντας τον βαθμό του συνταγματάρχη ονομάσθηκε ταξίαρχος και με την κήρυξη του Ελληνοτουρκικού πολέμου του 1897 μετέβη στην Άρτα όπου σε ταχύτατο χρόνο συγκρότησε ολόκληρη ταξιαρχία με δυνάμεις πεζικού, μηχανικού, πυροβολικού αλλά και ιππικού καθώς και δύο τάγματα χωροφυλακής και αστυφυλακής (περίπου σύνολο 7.000 αξιωματικοί και οπλίτες). Με την δύναμη αυτή και με τη βοήθεια μιας ακόμη ταξιαρχίας (του Γκολφινόπουλου) συνήψε την τριήμερη μάχη του Γριμπόβου (από 30 Απριλίου μέχρι και 2 Μαΐου 1897) κατά την οποία και διακρίθηκε για την ανδραγαθία του περιτρέχοντας στη πρώτη γραμμή του πυρός εμψυχώνοντας τους άνδρες του.
Αποστρατεύθηκε στις 10 Μαρτίου του 1900 προαχθείς σε υποστράτηγο, όπου και πέθανε λίγους μήνες μετά.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου