Παρασκευή 4 Μαΐου 2012

Οι αναποφάσιστοι φίλοι μου

Οι ελεύθερες ώρες μου είναι μετρημένες τις τελευταίες εβδομάδες. Πάντοτε έτσι συμβαίνει, όταν πλησιάζουν εκλογές. Συνήθως, τέτοιες ημέρες όσοι φίλοι και συγγενείς συναντούσα, μου έκαναν την στάνταρ - ερώτηση: “Τί λένε τα γκάλοπ; Τί ακούτε; Γιατί δε μπορεί, όλο και κάτι παραπάνω θα μαθαίνετε εσείς...”

Τον τελευταίο μήνα το φαινόμενο επαναλαμβάνεται. Μόνο που η ερώτηση – κλισέ, με την οποία με βομβαρδίζουν, είναι ρητορική και συχνότατα το γυρίζω στην πλάκα: “Τί θα ψηφίσουμε, ρε;”

Μου την θέτουν σχεδόν οι πάντες. Είναι τόσο αφοπλιστικά απλή, αλλά και τόσο εκνευριστικά δύσκολη, που δεν μπορώ να κάνω τίποτα άλλο, παρά να την αντιμετωπίζω ως ρητορικό – φιλοσοφικό ερώτημα. Δεν κάθισα να γράψω για να απο-ενοχοποιηθώ, ή για να σας παραμυθιάσω ότι δεν ξέρω τί να ψηφίσω και να με λυπηθείτε. Απλώς, δεν θεωρώ δεοντολογικά ορθό και δεν σκοπεύω να επηρεάσω κανέναν.

Μπορώ να μοιραστώ μαζί σας, όμως, την αίσθηση που αποκομίζω για τους αναποφάσιστους φίλους μου, που είναι περισσότεροι – πολύ περισσότεροι από κάθε άλλη φορά. Τους κατατάσσω σε τρεις κατηγορίες:

Έξαλλοι γενικώς με το πολιτικό σύστημα και τα πρόσωπα που το συναπαρτίζουν. Άνθρωποι που έχουν χάσει το έδαφος κάτω από τα πόδια τους. Έμειναν άνεργοι ή βλέπουν τις δουλειές τους να καταστρέφονται, ενώ οι ίδιοι φορτώνονται με χρέη και έχουν φτάσει στο σημείο που δεν τους νοιάζει τίποτα. Σου λένε, “αφού εγώ χάνω τα πάντα (ακόμη και αν δεν ισχύει απολύτως αυτό), δεν πάει να καεί το σύμπαν”; Δεν τους νοιάζει αν θα υπάρχει κυβέρνηση το βράδυ της 6ης Μαϊου, ούτε μπαίνουν στην συζήτηση για το πόσο χειρότερα μπορούν να γίνουν τα πράγματα; Αυτοί μπορεί να ψηφίσουν οτιδήποτε. Είναι απολύτως απρόβλεπτοι, αλλά σε μεγάλο ποσοστό τους βλέπω απλώς να διαλέγουν κάτι άλλο από αυτό που συνήθιζαν. Ακούνε με μεγάλη προσοχή τις πιο ριζοσπαστικές προτάσεις. Κυρίως του Τσίπρα και του Καμμένου, που είναι σαφές ότι απευθύνονται σε αυτούς τους ανθρώπους...

Περισσότεροι, όμως, είναι οι απηυδισμένοι Πασόκοι και Νεοδημοκράτες, που τώρα κατηγορούν τα κόμματα που ψήφιζαν. Γνωρίζουν πολύ καλά ότι οι άνθρωποι στους οποίους ανέθεσαν με τις ψήφους τους να κυβερνήσουν ευθύνονται κατά μείζονα λόγο για την καταστροφή. Χρεώνουν μεγάλο μερίδιο στους Καραμανλή και Παπανδρέου, επειδή αδράνησαν ή έχασαν χρόνο, όταν ακόμη μπορούσαν να γίνουν πράγματα που θα περιόριζαν την έκταση της κρίσης. Θυμούνται (αναδρομικά) ότι το ΠΑΣΟΚ και η ΝΔ έχουν φτιάξει ένα κράτος – παρωδία, παράρτημα των κομματικών οργανώσεών τους. Όχι ότι απαλλάσσουν τα κόμματα της αριστεράς για την συναυτουργία. Οι περισσότεροι από αυτούς, ωστόσο, αντιλαμβάνονται ότι ασφαλώς υπάρχει “και πολύ χειρότερα”. Διαπιστώνουν ότι μετά βίας τα βγάζουν πέρα, αφού έχουν χάσει μεγάλο μέρος του εισοδήματός τους και βλέπουν τους λογαριασμούς να μαζεύονται – στοίβα κάθε βδομάδα στο τραπεζάκι της εισόδου, ή στην άκρη του γραφείου τους. Ψάχνουν εναγωνίως πού να δώσουν την ψήφο τους, ανάλογα με την ψυχοσύνθεσή τους και τις καταβολές τους: Πασόκοι που κοιτάζουν προς τον Κουβέλη ή στους Οικολόγους, Νεοδημοκράτες που λένε να “ρίξουν” Μάνο, ή Τζήμερο. Να ψηφίσουν εναλλακτικά, αλλά με λογικό ρίσκο...

Υπάρχουν κι εκείνοι που λένε ότι δεν γουστάρουν να πάνε να ψηφίσουν. Ότι βαρέθηκαν και τους φαίνονται όλοι ίδιοι. Αυτοί που έχουν περιέλθει σε κατάσταση απελπισίας. Εγώ σε αυτούς λέω ότι πρέπει να το ξανασκεφτούν. Επικαλούμαι τετριμμένα επιχειρήματα γιατί δεν έχω άλλο: αν δεν πας να ψηφίσεις εκχωρείς στους υπόλοιπους το δικαίωμα να αποφασίζουν για την ζωή σου. Και δεν απαλλάσσεσαι από την ευθύνη για το χειρότερο που μπορεί να συμβεί. Ευτυχώς, δεν είναι πάρα πολλοί.

Έχω και μία σκέψη που μπορεί να είναι χρήσιμη σε όλους. Αυτή τη μοιράζομαι (και) μαζί σας: Ειδικά σε αυτές τις εκλογές, πρέπει να μπούμε στη διαδικασία και να σκεφθούμε περισσότερο και για περισσότερα πράγματα: όχι μόνο για τα πρόσωπα και τα κόμματα.

Έτσι κι αλλιώς, στους αναποφάσιστους, που είναι κατά κανόνα και οι περισσότερο προβληματισμένοι ψηφοφόροι, σχεδόν όλα τα πρόσωπα της πολιτικής είναι πολύ γνωστά και διόλου ελκυστικά. Δεν είναι καινούρια. Το ίδιο και τα κόμματα. Γιατί, πλην μικρών εξαιρέσεων, τα σχημάτισαν άνθρωποι που προέρχονται από τα “παλιά”. Χρησιμότερο είναι, νομίζω, να σκεφθεί κανείς τί δρόμο θέλει να πάρουν τα πράγματα. Με ποιό τρόπο μπορεί να διορθωθεί το πολιτικό σύστημα, ή να αλλάξει. Για άλλους, να ανατραπεί. Ποιά Ελλάδα θα θέλαμε; Στην Ευρώπη ή έξω από αυτήν; Ποιοί μας φταίνε πραγματικά για την τροπή που πήραν τα πράγματα; Από πού ξεκίνησε το λάθος; Ποιούς εμπιστευόμασταν για να μας κυβερνούν και πώς έμειναν ανεξέλεγκτοι; Θέλουμε να ελέγχονται ουσιαστικά και πώς μπορεί να γίνει αυτό; Και από ποιόν; Τί θα θέλαμε να είναι η Ευρώπη και τί είναι ρεαλιστικό να περιμένουμε από αυτήν; Ποιές χώρες έχουν το μεγαλύτερο πρόβλημα με την οικονομική κρίση και γιατί η Ελλάδα είναι στην χειρότερη θέση από αυτές; Πώς μπορεί κανείς να βάλει το λιθαράκι του για να αρχίσει κάτι να αλλάζει, στα αλήθεια; 

Αυτό είναι η ψήφος. Το λιθαράκι μου.



Του Αντώνη Φουρλή

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου