Δευτέρα 19 Μαρτίου 2012

Μνημόσυνο στο ΠΑΣΟΚ


Μιας και σήμερα το ΠΑΣΟΚ ψηφίζει για Πρόεδρο, θέλετε να σας διηγηθώ μερικές μικρές και άγνωστες ιστοριούλες απ’ τη ζωή αυτού του κόμματος; Χωρίς αναλύσεις, χωρίς προεκτάσεις, χωρίς ιδεολογικές αναφορές και τέτοια. Τα βαριέμαι πια. Μικρές ψηφίδες γεγονότων και συμβάντα με ανθρώπους. Έτσι, για να γελάσουμε, αλλά και σαν μνημόσυνο. Όλα όσα γράφω, τα είδα με τα μάτια μου και τ’ άκουσα με τ’ αυτιά μου κάποτε ή τα έχω διασταυρώσει με ζήλο. Εκτός απ’ το τελευταίο. Και μην αρχίσετε οι μεν, ότι τώρα εξηγούνται όλα, ούτε οι δε ότι προβοκάρω. Εντάξει;

Βουλευτικές εκλογές 1977: Ο Ανδρέας Παπανδρέου κατεβαίνει στα Χανιά για την προεκλογική συγκέντρωση του. Κόσμος πολύς, ενθουσιασμός μεγάλος, φοβερές αντι-Καραμανλικές και αντι-Δεξιές κορώνες απ’ το μπαλκόνι. Μετά τη συγκέντρωση, μαζεύει τη Νομαρχιακή Επιτροπή σε μια αίθουσα του ξενοδοχείου. Χώνομαι κι εγώ σε μια γωνιά για ν’ ακούσω. Ο Ανδρέας άναψε την πίπα του και τους είπε: «Εδώ στα Χανιά, η οργάνωση έχει σ’ αυτές τις εκλογές ένα και μοναδικό καθήκον. Να μην εκλεγεί βουλευτής ο Μητσοτάκης. Όλα τα άλλα, έρχονται σε δεύτερη μοίρα.» Πράγματι, ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης κατέβαινε τότε κυρίως στη δυτική Κρήτη ως Kόμμα Nεοφιλελευθέρων, προσπαθώντας να επανακάμψει στο πολιτικό σκηνικό. Κάποιος από τη Νομαρχιακή Επιτροπή τόλμησε να σηκωθεί όρθιος και του είπε κομπιάζοντας ότι οι Μητσοτακικοί οπαδοί είναι κεντρώοι άνθρωποι και ότι δεν πείθονται να ψηφίσουν το ΠΑΣΟΚ που είναι τόσο αριστερό. Και τότε ο Ανδρέας απάντησε: «Τότε να τους πείθετε να ψηφίσουν Καραμανλή!». Το ακροατήριο έφριξε, αλλά ουδείς αντιμίλησε. Ο Μητσοτάκης εξελέγη βουλευτής, σε δυο χρόνια ήταν υπουργός της ΝΔ, σε έξι χρόνια αρχηγός της ΝΔ και σε δώδεκα χρόνια έστειλε τον Ανδρέα στο ειδικό δικαστήριο.

Φοιτητικές εκλογές 1978: Το βράδυ που έβγαιναν τ’ αποτελέσματα, γινόταν στον όροφο της νεολαίας στη Χαριλάου Τρικούπη, φοβερός χαμός. Κόσμος έμπαινε κι έβγαινε, τα λιγοστά τηλέφωνα χτυπούσαν ασταμάτητα και χιλιάδες χαρτιά γέμιζαν τα τραπέζια. Οχλαγωγία και εκνευρισμός. Κάποια στιγμή χτυπάει για χιλιοστή φορά το μοναδικό απ’ ευθείας τηλέφωνο, το σηκώνει ο Γιώργος Θωμάς (μετέπειτα βουλευτής Αχαΐας) και ακούει κάποιον να του λέει: «Ανδρέας Παπανδρέου εδώ. Πείτε μου τα αποτελέσματα». Η απάντηση από τον φρικαρισμένο νεαρό ήταν ακαριαία: «Άμα σε γαμήσω θα σου πω εγώ, παλιομαλάκα!» Και του κλείνει το τηλέφωνο. Μετά από πέντε λεπτά, ανοίγει η πόρτα και εμφανίζεται ο Άκης Τσοχατζόπουλος με φρύδι ανασηκωμένο και ουρλιάζοντας σε έξαλλη κατάσταση: «Ποιος ηλίθιος από δω μέσα έβρισε τον Πρόεδρο;»

Ρώτησα κάποτε τον Γιώργη τον Κατσιφάρα να μού περιγράψει την πρώτη-πρώτη γνωριμία του Ανδρέα με τη Δήμητρα Λιάνη. Ως γνωστόν, η πρώτη τους επαφή έγινε σε ταξίδι του Παπανδρέου στην Κίνα, με τη Λιάνη αεροσυνοδό στην πρωθυπουργική πτήση. Ο Κατσιφάρας ήταν στο ταξίδι αυτό. Θαρρώ πως δωρικότερη και γλαφυρότερη περιγραφή δε μπορεί να υπάρξει, καθώς το μάτι του Γιώργη έκοβε, ενώ ήξερε πολύ καλά και τον χαρακτήρα του Ανδρέα: «Πώς γνωρίστηκαν; Να σου πω. Μόλις απογειωθήκαμε, παραγγέλνει ο Πρόεδρος έναν καφέ. Όταν είδα να φτάνει μπροστά το βυζί κι από πίσω ο καφές, είπα μέσα μου: Εδώ θα ‘χουμε άσχημα ξεμπερδέματα.» 

Επιμύθιο στην προηγούμενη ιστορία με τη Δήμητρα: Πριν λίγα χρόνια, ένας παλιός φίλος από τον καιρό εκείνο, μου έδειξε μια φωτογραφία στο κινητό του. Έδειχνε έναν λευκό καναπέ από δέρμα ή ίσως δερματίνη. «Ξέρεις ρε τι είναι αυτό; Ο καναπές του Παπανδρέου από το σπίτι της Εκάλης, που μετά τον θάνατο του βγήκε σε πλειστηριασμό μαζί με τα υπόλοιπα έπιπλα από τη χήρα. Κατέληξε σε μια γκαρσονιέρα και χθες πηδούσα πάνω του. Πώς καταντάνε όλα σ’ αυτή τη χώρα…»
Ο Μένιος ο Κουτσόγιωργας ήταν γνωστό πως δεν πετούσε τα λεφτά του. Ήταν ας πούμε σφιχτοχέρης. Ο Μένιος επίσης, αν και ήταν πάντα μέλος του Εκτελεστικού Γραφείου, δεν έδινε καμία σημασία σε τέτοιες συνεδριάσεις και ουδέποτε μιλούσε σ’ αυτές. Δεν γούσταρε το κόμμα, βαριόταν τις διαδικασίες του και ό,τι ήθελε να πετύχει το κατάφερνε με απ’ ευθείας συνεννόηση με τον Παπανδρέου, που του ‘χε τυφλή εμπιστοσύνη. Σε κάθε συνεδρίαση του Εκτελεστικού, ο καφετζής του ΠΑΣΟΚ (ο περίφημος Μαρίνος) ανέβαζε καφέδες και σάντουιτς, που τα πλήρωνε κάθε φορά ένας με τη σειρά. Και ξάφνου, σε μια άσχετη συνεδρίαση, σηκώνεται πάνω ο Μένιος κι αρχίζει μια μακροσκελή εισήγηση περί σοσιαλισμού, περί του κόμματος, περί των κοινωνικών δυνάμεων, περί της ανάπτυξης, της κατανομής των εισοδημάτων, κλπ. Έμειναν εμβρόντητοι οι υπόλοιποι από τη λογοδιάρροια του και περίμεναν να δουν πού θα καταλήξει και τι σατανικό σχέδιο έχει βάλει μπροστά για να λέει τέτοια πράγματα. Ο Μένιος λοιπόν, ως καταστάλαγμα της εισήγησης του, προτείνει την υιοθέτηση ενός πολιτικού κειμένου, που περιείχε τα πάντα για την κυβέρνηση, την κοινωνία, το κόμμα και τις σχέσεις τους. Και ξαφνικά, όλα ξεκαθαρίστηκαν. Σε μια υποπαράγραφο για τη λειτουργία του κόμματος, ανέφερε ρητά ότι τα έξοδα και τα αναλώσιμα των συνεδριάσεων των ανωτάτων οργάνων του κόμματος, πρέπει να καλύπτονται από την επιτροπή οικονομικού. Ήταν η σειρά του να πληρώσει τους καφέδες στον Μαρίνο.

Ταξιδεύαμε για μια σύνοδο κορυφής επί Σημίτη, όταν σηκώθηκε από τη θέση του ο Θόδωρος Πάγκαλος, υπουργός Εξωτερικών τότε. Τον πλησιάσαμε για να πάρουμε καμιά πληροφορία, οπότε αυτός ανοίγει το ντουλάπι και κατεβάζει το σακάκι του. «Έφερα το δημοσίευμα ενός ιταλικού περιοδικού, που το κράτησα επίτηδες για να σας δείξω ότι οι ιταλοί δημοσιογράφοι είναι χειρότερα κουμάσια από σας» μας είπε γελώντας. Αρχίζει να ψάχνει τις τσέπες του. Βγάζει κάτι χαρτάκια με σημειώσεις, τα κοιτάζει, κάνει μία και τα σκίζει. Ψάχνει στην άλλη τσέπη, βρίσκει άλλα χαρτιά, τα σκίζει κι αυτά. Ψάχνει στις μέσα τσέπες, βρίσκει κάτι επισκεπτήρια, τα πετάει. Βγάζει κάτι αποδείξεις, τις στοιβάζει στο σταχτοδοχείο της αεροπορικής θέσης. Βρίσκει κάτι δακτυλόγραφα, τα σκίζει και τα βάζει στην τσέπη του καθίσματος. Γέμισε τον τόπο σχισμένα χαρτιά. Τελικά απογοητεύτηκε: «Δεν το ‘φερα το δημοσίευμα. Έχω πάντα χιλιάδες άσχετα χαρτιά στις τσέπες μου, αλλά αυτά που θέλω δεν τα βρίσκω ποτέ.» Μετά από ώρες, αφού προσγειωθήκαμε, μας φωνάζει γεμάτος χαρά και μας επιδεικνύει το δημοσίευμα που έψαχνε. «Πού ήταν;» ρωτάμε εμείς. «Στη τσέπη του σακακιού μου» απαντά ο Θόδωρος. «Αφού το έψαξες» απορούμε εμείς. «Α, δεν ήταν δικό μου σακάκι αυτό που έψαχνα, κάποιου άλλου ήταν.»

Και μια τελευταία ιστοριούλα, απ’ αυτές που δεν είναι δυνατόν να διασταυρωθούν, απλώς επαφίεσαι στην αξιοπιστία αυτού που τη διηγείται. Μεγαλοϋπουργός και μεγαλοστέλεχος της πρώτης-πρώτης περιόδου, την είχε κοπανήσει βραδάκι απ’ το υπουργείο και ήταν με νεαρά ύπαρξη σε σπίτι πάνω στον Λυκαβηττό. Πάνω στην ερωτική του έξαρση, της λέει: «Πες μου τι γουστάρεις κι εγώ θα σου το πραγματοποιήσω αμέσως.» Και τότε το τσουλάκι, βλέποντας τη φωτισμένη πόλη στα πόδια της, του απαντά: «Θέλω να σβήσεις τα φώτα της Αθήνας για πάρτη μου, να το δω. Όχι πολύ, για δυο λεπτά.» Δεν ξέρω ούτε τι σκέφτηκε, ούτε πως ένοιωσε ο μεγαλοϋπουργός, πάντως σήκωσε το τηλέφωνο και πήρε τον συνάδελφο του υπουργό Βιομηχανίας, που κομματικά ήταν και πολύ κατώτερος του. «Ρε συ, μπορείς να μου κάνεις μια μεγάλη προσωπική χάρη;» τον ρώτησε. «Ό,τι θέλεις, στη διάθεση σου», απάντησε αυτός, ευχαριστημένος που θα τον εξυπηρετήσει και μετά θα ‘χει να ζητήσει σε ανταπόδοση. «Μπορείς να πεις στη ΔΕΗ να σβήσει τα φώτα της Αθήνας; Όχι για πολύ, κανένα λεπτό.» Ο υπουργός Βιομηχανίας έμεινε άναυδος; «Τι πράγμα; Να σβήσω τα φώτα της Αθήνας; Γιατί να το κάνω αυτό; Και πώς θα γίνει; Έτσι εύκολα κατεβαίνουν οι διακόπτες; Θα γίνει κανένα γενικό μπλάκ-άουτ. Μα…τι συμβαίνει;» Ο υπουργάρας κώλωσε και δεν επέμεινε. Όμως ο υπουργός βιομηχανίας που δεν μπορούσε να το χωνέψει, τον ρωτούσε συνεχώς όταν συναντιούνταν. Και μετά από πολλά χρόνια, όταν όλα τούτα δεν είχαν καμία σημασία, εδέησε επιτέλους να του εξομολογηθεί την αμαρτία του. Για να μην πάνε στον τάφο, ο ένας με το βάρος στην καρδιά του και ο άλλος με την απορία.  
Του Δημητρη Καμπουράκη

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου