Παρασκευή 26 Νοεμβρίου 2010

Η διαδικασία γενικευμένης εκποίησης της Ελλάδας

Πριν ένα μήνα ο Πολ Τόμσεν, δηλαδή ο εκπρόσωπος του ΔΝΤ στην τρόικα, παραδέχτηκε εμμέσως ότι το Ταμείο είχε θέσει λάθος προτεραιότητες στην περίπτωση της Ελλάδας, σύμφωνα με την Ελευθεροτυπία (16/9/2010) 
Ο κ. Τόμσεν, που συνόδευσε τον υπουργό Οικονομικών στην περιοδεία του στις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες, μιλώντας σε θεσμικούς επενδυτές του Λονδίνου, ιεράρχησε στις προτεραιότητες του ΔΝΤ, όχι τόσο τη σχολαστική μείωση του ελλείμματος και του χρέους, αλλά κυρίως τις μεταρρυθμίσεις, με τις οποίες εν τέλει άλλαξε άρδην ο εργασιακός και ασφαλιστικός χάρτης της χώρας. Παραδέχτηκε μάλιστα ότι «το πραγματικό πρόβλημα της Ελλάδας δεν ήταν τόσο το δημόσιο χρέος αλλά οι διαρθρωτικές αδυναμίες της ελληνικής οικονομίας».
Από την μεριά του έχει δίκιο. Το κυρίως ζητούμενο ευθύς εξαρχής δεν ήταν η αντιμετώπιση του δημόσιου χρέους, αλλά η υποθήκευση της χώρας προς όφελος των δανειστών. 

Ο κ. Τόμσεν, όπως και οι υπόλοιποι εκπρόσωποι της τρόικας, γνωρίζουν πολύ καλά ότι το δημόσιο χρέος της Ελλάδας είναι αδύνατον να εξυπηρετηθεί. 
Είναι υπόθεση απλών μαθηματικών.
Όσο περισσότερο διογκώνεται, τόσο πιο δύσκολα η χώρα θα βρίσκει δάνεια για να αποπληρώνει τα παλιά. Είναι τόσο απλό.

Σήμερα όλο και περισσότεροι ανακαλύπτουν ότι το μνημόνιο «απέτυχε», ότι ο λογαριασμός του μνημονίου δεν βγαίνει και άλλα παρόμοια. 
Η αλήθεια είναι ότι το μνημόνιο δεν είχε σχεδιαστεί ποτέ για να πετύχει τους δημοσιονομικούς στόχους του. 
Ούτε στόχος του ήταν η ανάταξη με κάποιον τρόπο της ελληνικής οικονομίας. Βασικός στόχος ήταν η συντριβή των αντιστάσεων του ελληνικού λαού ώστε να περάσουν οι «διαρθρωτικές αλλαγές», στις οποίες αναφέρθηκε ο κ. Τόμσεν. Αυτές ήταν εξαρχής το ζητούμενο. 
Πρόκειται για μια συνηθισμένη τακτική στις διεθνείς χρηματαγορές που αποκαλείταιμετατροπή του χρέους σε εμπράγματες αξίες (conversion of debt into equity). 
Είναι η προσπάθεια των δανειστών να καλύψουν το χρέος που δεν μπορεί να πληρωθεί με εμπράγματες αξίες και περιουσιακά στοιχεία. Η μετατροπή αυτή γίνεται συνήθως με τρεις τρόπους: 
1) Εξασφάλιση του χρέους με δημόσια περιουσία. 
2) Εξασφάλιση του χρέους με ιδιωτικά περιουσιακά στοιχεία. 
3) Εξασφάλιση του χρέους με αναδιάρθρωση.
Ποια είναι η ουσία όλων αυτών; Η εκποίηση της χώρας στο σύνολό της, χωρίς καν να ανακουφιστεί από το δημόσιο χρέος έστω και λίγο. Η δανειακή σύμβαση και το μνημόνιο – το οποίο αποτελεί παράρτημα της δανειακής – εξασφαλίζουν ότι ολόκληρη η χώρα τίθεται στη διάθεση των δανειστών και της τρόικας. Όχι μόνο η δημόσια περιουσία, αλλά και το εθνικό έδαφος, όπως και τα ιδιωτικά περιουσιακά στοιχεία. Μην ξεχνάμε ότι η καλή εκτέλεση της δανειακής σύμβασης εξαρτάται από την προσαρμογή μισθών και συντάξεων, αγοράς εργασίας και δημοσιονομικής κατάστασης. Εξαρτάται επίσης και από την κάλυψη των εγχώριων τραπεζών, για τις οποίες προβλέπεται αρχικά να χορηγηθούν τα 10 από τα 110 δις ευρώ που προβλέπει η δανειακή σύμβαση. Όλα αυτά σημαίνουν ότι έχει υποθηκευτεί στους δανειστές το σύνολο των οικονομικών πόρων της χώρας δημόσιων και ιδιωτικών. Έτσι αν διακινδυνεύσουν οι τράπεζες ή η πορεία εξόφλησης των δανείων, οι δανειστές έχουν κάθε λόγο να απαιτήσουν τη παραπέρα δήμευση του λαϊκού εισοδήματος, ακόμη και τη δέσμευση των λαϊκών καταθέσεων. Μην ξεχνάμε ότι η Αργεντινή το 2001, όταν αναγκάστηκε από το ΔΝΤ να δεσμεύσει τις τραπεζικές καταθέσεις των ιδιωτών, ήταν ενταγμένη στο ίδιο πρόγραμμα χρηματοδότησης με την Ελλάδα. Μόνο που η Ελλάδα έχει επιπλέον υπογράψει τη δανειακή σύμβαση και λόγω του ευρώ δεν ελέγχει καθόλου την οικονομία της. 
Για να περάσει η πολιτική των «διαρθρωτικών αλλαγών», έπρεπε πρώτα να οδηγήσουν την κοινωνία σε απόγνωση. 
Η θαυματουργή συνταγή που έχει δοκιμαστεί σε δεκάδες χώρες είναι μία:Συνθλίβουμε το βιοτικό επίπεδο του λαού και των εργαζομένων, βυθίζουμε στην ανέχεια και την ανεργία την κοινωνία και ύστερα προχωρούμε στην εκποίηση της χώρας. 
Τα επιτελεία του ΔΝΤ και της ΕΕ θεωρούσαν εξαρχής ότι αν σπείρουν την απόγνωση στον απλό κόσμο, τότε αυτός θα ήταν πολύ απασχολημένος με τη δική του επιβίωση για να ασχοληθεί με την επιβίωση της χώρας του. 
Από την άποψη αυτή είναι χαρακτηριστική μια «μελέτη» του Κέντρου Μελετών Ευρωπαϊκής Πολιτικής, που όλως τυχαίως δημοσιοποιήθηκε την επομένη του τελευταίου πακέτου μέτρων της κυβέρνησης πριν την προσφυγή στον «μηχανισμό στήριξης». 
Καταρχάς το Κέντρο αυτό αποτελεί ένα από τα πιο ισχυρά λόμπι της Ε.Ε. και χρηματοδοτείται κατά κύριο λόγο από την ίδια την Κομισιόν και τις γερμανικές τράπεζες. Δεν είναι τυχαίο ότι ιδέα αυτού του Κέντρου ήταν αρχικά το Ευρωπαϊκό Νομισματικό Ταμείο.

Στη «μελέτη», την οποία υπογράφει ο διευθυντής του Κέντρου Ντάνιελ Γκρος, πρώην διευθυντικό στέλεχος της Deutsche Bank, αναφέρεται ειδικά στην Ελλάδα: 

«Τι μπορεί να κάνει η Ελλάδα για να αποφύγει έναν φαύλο κύκλο τύπου Αργεντινής, διαρκώς υψηλότερων επιτοκίων και επιδεινούμενης οικονομικής κατάστασης; Ο μόνος δρόμος είναι... να γίνει η Ελλάδα περισσότερο ανταγωνιστική και έτσι να τονωθούν οι εξαγωγές. Αυτό μπορεί να κατορθωθεί μόνο με μια καθολική μείωση των μισθών (ή καλύτερα του εργατικού κόστους) στον ιδιωτικό τομέα τουλάχιστον 10% με 20%.
Μειώσεις στους μισθούς αυτής της τάξης θα αντιμετωπίσουν άγρια λαϊκή αντίσταση. Μπορούν να επιτευχθούν είτε στο τέλος μιας εξαιρετικά επώδυνης διαδικασίας, όταν η ανεργία θα έχει φτάσει σε πρωτοφανή επίπεδα, είτε μπορούν να επιβληθούν πολύ νωρίτερα ως αποτέλεσμα μιας υπερκομματικής εθνικής κυβέρνησης, όπου η κυβέρνηση, τα κόμματα της αντιπολίτευσης και οι κοινωνικοί εταίροι συμφωνούν πάνω σ’ αυτά που πρέπει να γίνουν υπό το φως των τωρινών συνθηκών. Με αυτόν τον τρόπο η Ελλάδα χρειάζεται μια εναρμονισμένη προσπάθεια σε εθνικό επίπεδο και όχι απλά μια κυβέρνηση που προωθεί μέτρα λιτότητας μέσα από το Κοινοβούλιο».
Βασικός μοχλός της εκποίησης της χώρας είναι η γενική ιδιωτικοποίηση του κράτους.Πράγμα που δεν σημαίνει μόνο τις γνωστές από παλιά αποκρατικοποιήσεις, αλλά την κατάργηση κάθε έννοιας δημόσιου αγαθού και δημόσιας υπηρεσίας. 
Το κράτος θα πρέπει να εκχωρήσει το σύνολο των υπηρεσιών γενικού οικονομικού και κοινωνικού ενδιαφέροντος σε ιδιώτες και επιχειρηματικά συμφέροντα.


Από άρθρο του Δ. Καζάκη στο Hellenic Nexus

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου